Η Ευρώπη των Α(γ)ρίων…


του Θανάση Γκοτοβού 
Ήδη πριν από την τελική – και από τη σκοπιά της Ιστορίας πάντοτε προσωρινή – διαμόρφωση του νέου κόσμου που γέννησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, μετά την αποτυχία του τραγικού πειράματος του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού για μια Νέα Ευρώπη του ανταγωνισμού των εθνών όπου το πρόσταγμα θα είχαν οι Ά(γ)ριοι, η Ελλάδα – από τύχη περισσότερο, παρά από την ευφυία της ηγεσίας του αστικού της κόσμου ή τα λάθη της ηγεσίας του ΚΚΕ ή την αποφασιστικότητα του Τσώρτσιλ – βρέθηκε μετά τον πόλεμο στη «δυτική όχθη».
Όμως, η τύχη που βοήθησε τη χώρα να αποφύγει μια λαοκρατική δικτατορία, εξομοιούμενη καθεστωτικά με τη γειτονική Αλβανία, τη Βουλγαρία ή τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, δεν μπορεί διαρκώς να παρεμβαίνει πυροσβεστικά. Μέσα στη δεκαετία του ’60 επιβλήθηκε με πραξικόπημα στρατιωτικός νόμος, με πρόσχημα την αποτροπή της επανάληψης του εμφυλιοπολεμικού σεναρίου «Ανατολή ή Δύση», που είχε λήξει υπέρ της Δύσης το 1949 στο Γράμμο. Η δικτατορία των συνταγματαρχών έδειξε στην πράξη ότι Δύση δεν σημαίνει οπωσδήποτε δημοκρατία και ευημερία. Σημαίνει κατ’ αρχήν ζωτικά συμφέροντα ισχυρών δυτικών χωρών και οικονομιών, που όταν ικανοποιούνται μέσω προσαρμογής των μικρών χωρών που ανήκουν στη Δύση στις προσδοκίες των ισχυρών συμμάχων, τότε οι πολίτες τους μπορούν να απολαμβάνουν το αγαθό της δημοκρατίας και, ίσως, κάποια στοιχειώδη ευημερία. Διαφορετικά, υπάρχει πάντοτε το «Σχέδιο Βήτα».
Η χούντα ήταν η εμπειρία που προκάλεσε σε πολλούς Έλληνες την αμφισβήτηση της Δύσης ως ορθής επιλογής στο δίλημμα «Ανατολή-Δύση». Αυτή την αμφισβήτηση αποδυνάμωσε ο Καραμανλής στην αρχή της Μεταπολίτευσης με την πολιτική επιβολή του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύσιν». Η Δύση, με τη μορφή της Ευρώπης, φαινόταν τότε να εγγυάται τη δημοκρατία αλλά και τα σύνορα της χώρας. Και κατά κάποιον τρόπο, μια σχετική ευημερία, η οποία όμως ποτέ δεν πλησίασε τα επίπεδα της ευημερίας και της χρηστής διοίκησης των κλασικών δυτικών κοινωνιών, με όποιο κριτήριο κι αν μετρηθεί η διαφορά. Ο «ψεύτικος» – λόγω δανεικών – παράδεισος στον οποίο ορισμένοι Έλληνες και «Φιλέλληνες» θέλουν να πιστέψουμε ότι ζούσαμε πριν την εκδήλωση της κρίσης χρέους, υπήρξε για πολύ λίγους.
Στο δόγμα αυτό κινήθηκε και η παπανδρεϊκή «κινηματική» Σοσιαλδημοκρατία, παρά τις φραστικές αντιδυτικές υπερβολές. Η δέσμευση στο δυτικό άρμα έγινε πιο ισχυρή μετά το 2000, με την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη. Εκείνη την εποχή υπήρχε ήδη ένα ακόμη δεδομένο που αχρήστευε το δίλημμα «Ανατολή ή Δύση»: είχε χρεοκοπήσει το σοσιαλιστικό πείραμα στις χώρες που εφαρμόστηκε, και μάλιστα χωρίς να μεσολαβήσει θερμή σύγκρουση, πολεμική αναμέτρηση και στρατιωτική ήττα. Αυτό το σημαντικότερο, ίσως, μετά τη ρωσική επανάσταση του 1917 γεγονός του 20ου αιώνα, σηματοδότησε την απαρχή ενός δυτικού κόσμου νέου τύπου. Όποια λέξη κι αν χρησιμοποιήσει κανείς για την ονομασία του – παγκοσμιοποίηση, «αγορές», νεοφιλελευθερισμός, καπιταλισμός του καζίνο – γεγονός παραμένει ότι η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στις οικονομίες της Δύσης (και όχι μόνο αυτής) σημαίνει κυρίως δύο πράγματα. Πρώτον,μεταφορά πλούτου από τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας προς την κορυφή, και συνεπώς μεγάλη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεύτερον, επιβολή της προτεραιότητας της συστημικής οικονομικής λογικής απέναντι στις οικονομικές, και τις εξαρτώμενες από αυτές, προσδοκίες των πολιτών. Η επικράτηση των συστημικών προσδοκιών και η ακύρωση των προσδοκιών των πολιτών τείνει – και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η Ελλάδα της εποχής των Μνημονίων, το έχει ήδη κάνει – να συρρικνώσει τις επιλογές που το πολιτικό προσωπικό μέσω της διαδικασίας της Δημοκρατίας μπορεί να παρουσιάσει στους πολίτες μιας χώρας.
Με τον τρόπο αυτό η Δύση μεταμορφώνεται ήδη σε έναν κόσμο όπου οι πιο σημαντικές επιλογές του βίου και του μέλλοντος ενός εθνικού κράτους, αλλά ακόμη και υπερεθνικών σχηματισμών όπως λ.χ. η Ευρωζώνη, ορίζονται ως «μονόδρομος», δηλαδή ως αντικειμενικά υποχρεωτικές επιλογές, χωρίς εναλλακτικές λύσεις. Η δημοκρατία, ως μέθοδος αναζήτησης και νομιμοποίησης εναλλακτικών επιλογών για τα κοινά, όχι μόνον δεν θεωρείται λειτουργική μέσα στο νέο πλαίσιο, αλλά υπολογίζεται πλέον ως ενοχλητική και ενίοτε επικίνδυνη, αν τα αποτελέσματά της – οι πλειοψηφικές επιλογές των πολιτών – δεν συνάδουν με τις συστημικές προσδοκίες, με τις ανάγκες και τη βούληση των «αγορών». Στην άγρια μεταδιπολική Δύση η βούληση των «αγορών» καθορίζει, πλέον, τα όρια της Δημοκρατίας.
Κι αυτό οδηγεί σε μελαγχολικές σκέψεις για το παρελθόν – το παρόν ούτως ή άλλως είναι ανυπόφορο.
Ο Ψαρρός πλήρωσε με τη ζωή του την επιλογή του να υπερασπιστεί δια των όπλων δυτικές αξίες σε ελληνικό έδαφος. Θύμα κάποιων που ήταν βέβαιοι ότι τον Απρίλιο του 1944 δεν υπήρχε περιθώριο για τέτοιες πολυτέλειες μπροστά στην επερχόμενη λαοκρατική ανατροπή. Ο Βελουχιώτης, πρωταγωνιστής ο ίδιος της εγκαθίδρυσης του μονοπωλίου της ένοπλης βίας από τον ΕΛΑΣ, δηλαδή από το ΚΚΕ, βίωσε τον Ιούνιο του 1945 στο πετσί του τι θα γινόταν με τους διαφωνούντες, αν η «Ανατολή» για την οποία αγωνιζόταν είχε γίνει καθεστώς. Ο Ζέρβαςκατάφερε, μάλλον λόγω ευνοϊκών συγκυριών, να γλιτώσει τόσο από τους Γερμανούς, όσο και από τους λικβινταριστές της τότε κομμουνιστικής ηγεσίας, και μπόρεσε να δει τις δυτικές αξίες – στην ελληνική τους εκδοχή, βεβαίως – ως μετεμφυλιακό καθεστώς στη χώρα του.
Από κει που βρίσκονται και οι τρεις – μαζί με τους χιλιάδες νεκρούς ομοϊδεάτες τους στα πεδία των μαχών – μπορεί κανείς να τους φανταστεί να τα πίνουν παρέα, σχολιάζοντας αμήχανοι και οι τρεις τις επιλογές τους, εβδομήντα χρόνια μετά. Γιατί τόσο η Ανατολή, όσο και η Δύση που με τόσο πάθος υπερασπιζόταν ο καθένας από τη σκοπιά του, φαίνεται ότι αργά ή γρήγορα καταλήγουν σε εκείνο που πάλι και οι τρεις τους, αλλά από διαφορετική σκοπιά, μισούσαν: στη δικτατορία μιας ολιγαρχίας πάνω στους πολλούς. Γιατί η ολιγαρχία του κόμματος ή των αγορών χρήματος δεν είναι δυνατόν να είναι πολιτικό ιδεώδες πολιτισμένων κοινωνιών. Είναι ακριβώς το αντίθετο.
Ποιος μπορεί να ενθουσιαστεί σήμερα με μια – δυτική – Ευρώπη όταν σημαντική μερίδα του πολιτικού της προσωπικού ταυτίζεται – από φόβο, σκοπιμότητα ή πεποίθηση – με τη δικτατορία των χρηματαγορών; Και το τραγικότερο: πώς είναι δυνατόν αυτή η ταύτιση να επιβραβεύεται από τους ευρωπαίους πολίτες και να μεταφράζεται σε ποσοστά υπέρ των πολιτικών εκπροσώπων τέτοιων ιδεών; Προς τα πού βαδίζει, αλήθεια, η νέα Ευρώπη; Και ποιο είναι το χρέος της ευρωπαϊκής διανόησης όταν διαπιστώνει αυτή την τρελή πορεία;


*O Θανάσης Γκότοβος είναι καθηγητης Παιδαγωγικής του Πανεπιστημιου Ιωαννίνων.

Σχόλια