Επενδύοντας στη φυγή: Η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης

Κρίση στην αξιοποίηση των ελλήνων επιστημόνων υπήρχε, ανεξαρτήτως οικονομικής κρίσης. Αυτό φαίνεται να αποδεικνύει η έρευνα του Λόη Λαμπριανίδη, οικονομικού γεωγράφου και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Οπως λέει, η διαρροή επιστημονικού δυναμικού – γνωστή ως brain drain – παρατηρείται στη χώρα μας από τη δεκαετία του 1960 και οφείλεται στις απαρχαιωμένες δομές της ελληνικής οικονομίας και την αδυναμία της να τους απορροφήσει. 

Ο κ. Λαμπριανίδης άρχισε την έρευνά του το 2009. Θέλησε, όπως λέει, να μελετήσει επιστημονικά ένα φαινόμενο που μέχρι τότε μόνο εμπειρικά είχε παρατηρηθεί. Στα ερωτηματολόγια που απέστειλε μέσω Διαδικτύου απάντησαν ανώνυμα 2.734 έλληνες πτυχιούχοι Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που εργάζονται ή εργάστηκαν σε 74 χώρες και 528 πόλεις στο εξωτερικό, αλλά έζησαν μέχρι τα 18 τους στην Ελλάδα. Σήμερα εκτιμά πως περίπου 114.000 – 139.000 έλληνες πτυχιούχοι εργάζονται στο εξωτερικό και αποτελούν το 9,5% – 11,% του συνόλου των πτυχιούχων που ζουν στη χώρα μας. Οπως μάλιστα αναφέρει, 3 στους 10 δηλώνουν πως δεν μπορούν πλέον να επιστρέψουν.

Ως πιθανή λύση ο κ. Λαμπριανίδης προτείνει στροφή της χώρας μας στη δημιουργία σύνθετων ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, την ενίσχυση της έρευνας και την κινητοποίηση επιστημόνων της διασποράς να συνεισφέρουν σε πανεπιστήμια και επιχειρήσεις στην Ελλάδα. «Η ελληνική κοινωνία πρέπει να αναγνωρίσει πως οι πτυχιούχοι αποτελούν τεράστιο κεφάλαιο για την οικονομία. Εχουν πολυετείς και καλές σπουδές και εργασιακή εμπειρία στο εξωτερικό. Αν κάποιοι από αυτούς επέλεγαν να επιστρέψουν, θα μπόλιαζαν την κοινωνία και θα μετέφεραν άλλες εργασιακές αντιλήψεις», συμπεραίνει ο καθηγητής.

Από τη μελέτη του κ. Λαμπριανίδη – «Επενδύοντας στη φυγή: Η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης» (Εκδόσεις Κριτική) – προκύπτει πως ο μέσος έλληνας επιστήμονας που εργάζεται στο εξωτερικό είναι άνδρας, ηλικίας μικρότερης των 40 ετών, έχει πτυχίο θετικών επιστημών και ζει σε μεγάλη πόλη της Ευρώπης ή των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, 16,9% ζει στο Λονδίνο, 3,9% στη Νέα Υόρκη και τις Βρυξέλλες, 3,7% στη Βοστώνη και 2,8% στο Παρίσι. Σχεδόν 7 στους 10 συμμετέχοντες στην έρευνα είχαν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό όταν βρήκαν την πρώτη τους δουλειά και 1 στους 2 έχει σύντροφο άλλης εθνικότητας.

Επιπλέον, ο καθηγητής παρατήρησε χάσμα στις απολαβές των επιστημόνων που παρέμειναν στο εξωτερικό και όσων επέλεξαν να επιστρέψουν. «Το 46,4% των Ελλήνων που εργάζονται στο εξωτερικό αμείβεται με μισθό μεγαλύτερο των 60.000 ευρώ τον χρόνο, ενώ οι περισσότεροι από όσους επιστρέφουν στην Ελλάδα (39,4%) κερδίζουν λιγότερα από 25.000 ευρώ ετησίως», αναφέρει. Οπως συμπληρώνει, οι Ελληνες επιστρέφουν για συναισθηματικούς και οικογενειακούς λόγους και συχνά συμβιβάζονται με πολύ λιγότερα χρήματα.

Ο ΜΥΘΟΣ. Η «υπερπροσφορά» επιστημόνων» και η «υπερεκπαίδευση» των Ελλήνων είναι μύθος, υποστηρίζει ο κ. Λαμπριανίδης. Η Ελλάδα, συγκρινόμενη με τις λοιπές χώρες της Ευρώπης, βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο στην παραγωγή πτυχιούχων. Εξηγεί πως η χώρα μας υστερεί σε κρατικές δαπάνες, που θα έδιναν ώθηση στην έρευνα και την καινοτομία. Η πιθανότερη εξήγηση για τη μειωμένη ζήτηση επιστημόνων οφείλεται στο γεγονός πως η Ελλάδα δεν έχει μετακινηθεί στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας ώστε να παράγει πιο σύνθετα προϊόντα, λέει ο κ. Λαμπριανίδης. Αποτέλεσμα; Πιο ανεπτυγμένες χώρες αξιοποιούν τους έλληνες πτυχιούχους.
από:.tanea.gr

Εκδότης: ΚΡΙΤΙΚΗ
Ημερομηνία Έκδοσης: 5/2011
Σελίδες: 415

Σχόλια