Βία και Θυσία Μια θρησκειολογική θεώρηση


Βία και Θυσία Μια θρησκειολογική θεώρηση Εκτύπωση E-mail
του Μάριου Μπέγζου

Ι. Η βία υπάρχει απαραίτητα κι αναπόφευκτα μέσα στην φύση και στην κοινωνία, γι’ αυτό ακριβώς σημειώνει έντονη και πληθωρική παρουσία μέσα στην θρησκεία χωρίς καμιάν απολύτως εξαίρεση, παρότι βεβαίως ποικίλει στα διάφορα θρησκεύματα της ανθρωπότητας. Η θεμελιώδης πράξη κάθε θρησκείας είναι η θυσία. Πρόκειται για την πρωτοβουλία του πιστού λάτρη της θρησκείας να αφαιρέσει από την φύση ένα ον (ζώο ή φυτό, καρπό ή άνθρωπο), να το θανατώσει και να το προσφέρει στον βωμό της θεότητας.

Η θυσία είναι βία κατ’ εξοχήν. Δεν ερωτάται το συγκεκριμένο θύμα (φυτικό, ζωικό ή ανθρώπινο) εάν, πότε και πώς θέλει να θυσιασθεί, δηλαδή να θανατωθεί προς χάρη ενός άλλου υπέρτατου όντος σαν το θείο ή προς όφελος της κοινότητας των πιστών που προβαίνουν στην προσφορά. Προσφέρεται το θύμα χωρίς να γίνει σεβαστή η βούληση του για ζωή. Παραβιάζεται η θέλησή του και βιάζεται το σώμα του, προκειμένου να τελεσθεί η θυσία επί της οποίας θεμελιώνεται η θρησκεία, όπως τεκμηριωμένα και ευσύνοπτα καταγράφεται αυτή η διασύνδεση στο «Θρησκειολογικό Λεξικό»[1].

ΙΙ. Στον Γάλλο ερευνητή Ρενέ Ζιράρ (René Girard, γεν. 1923) οφείλουμε τις ρηξικέλευθες θρησκειολογικές θεωρήσεις με τις οποίες ανατέμνεται η εσώτατη σχέση ανάμεσα στην βία και στο ιερό. Το θεμελιώδες έργο του είναι «Η Βία και το Ιερό»[2] ακολουθείται από την μελέτη του «Η Αρχαία Οδός των Ασεβών»[3] και αποκορυφώνεται με την ελληνική μετάφραση του ανθολογίου δοκιμίων του «Κεκρυμμένα από Καταβολής»[4]. Κεντρικές θέσεις του Ρενέ Ζιράρ είναι ότι «η θυσία είναι μια βία χωρίς κίνδυνο αντεκδίκησης»[5] και ότι «η βία και το ιερό είναι πράγματα αδιαχώριστα»[6].

Το επόμενο βήμα στην θρησκειολογική θεωρία του Ζιράρ είναι ο εντοπισμός δυο εξαιρέσεων, μιας στον ιουδαϊσμό και μιας παραπέρα ακόμα στον χριστιανισμό. Η θυσία του Αβραάμ είναι η πρώτη ανολοκλήρωτη και ματαιωμένη θυσία, όπου η απάνθρωπη ανθρωποθυσία του Ισαάκ απαλύνεται σε αιματηρή ζωοθυσία. Οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης απαιτούν την αντικατάσταση της θυσίας από το έλεος («έλεος θέλω και ου θυσίαν») προλειαίνοντας το έδαφος για την ακροτελεύτια πράξη με την οποία αναιρείται το θυσιαστικό γεγονός.

Αυτό είναι ο Ιησούς Χριστος ως Θεάνθρωπος με την σταυρική θυσία, όπου αυτοαναιρείται η θυσία, αφού το αθώο θύμα δέχεται εκούσια την αυτοθυσία του. Η θυσία πλέον αποβαίνει αναίμακτη στην Θεία Ευχαριστία, την ιδρυτική τελετουργία της χριστιανικής εκκλησίας, η οποία ματαιώνει το θυσιαστικό συμβάν μετατρέποντάς το σε αναίμακτη αυτοθυσία και εκούσια εθελοδουλία. ΄Ετσι ο θύτης και το θύμα ταυτίζονται και με αυτόν τον τρόπο μοιάζει να κλείνει ο φαύλος κύκλος της βίας, δηλαδή με την εκούσια, ελεύθερη, αυτόβουλη και συνειδητή ταύτιση του αθώου θύματος με τον ένοχο θύτη στην αναίμακτη αυτοθυσία του Θεανθρώπου επί του σταυρού.

ΙΙΙ. Η θεωρία του Ζιράρ έχει γίνει αντικείμενο σοβαρής κριτικής συζήτησης στην οποία δεν ευκαιρούμε να υπεισέλθουμε. Παραπέμπουμε στο λήμμα για τον Ζιράρ στο «Θρησκειολογικό Λεξικό»[7], στο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη «Μελέτες για το Ιερό»[8] και στην μετάφρασή του στο βιβλίο της Ρετζίνα Σβάρτς, «Βία και Μονοθεϊσμός : Η Κατάρα του Κάιν»[9]. Σε αυτήν την πραγματεία ανατέμνεται η εξειδικευμένη και έντονη σχέση ανάμεσα στην βία και στην θρησκεία με ιδιαίτερη έμφαση στις τρεις μονοθεϊστικές παραδόσεις (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, μουσουλμανισμός). Η βασική θέση της είναι ότι ο μονοθεϊσμός είναι πολύ πιο βίαιος από τον πολυθεϊσμό (ελληνορωμαϊκή θρησκευτικότητα, ανατολικά θρησκεύματα).

Οι λόγοι είναι πολλοί : ο μονοθεϊσμός αποκλείει την ανεκτικότητα προς τις αλλόθρησκες παραδόσεις του περιγύρου του, εγείρει την αξίωση της αποκλειστικότητας και της ανωτερότητας της δικής του πίστης και μετέρχεται πολεμικά μέσα για να επιβάλει την πεποίθηση στην ύπαρξη και δράση εντός της ιστορίας και της κοινωνίας Ενός και Μοναδικού Θεού με αποκλειστικώς αρσενικά, ανδροκρατικά και πατριαρχικά χαρακτηριστικά (Θεός Πατέρας, Πατριάρχης κλπ.) υποτιμώντας το δεύτερο φύλο και οικοδομώντας μια θρησκευτικότητα αρρενωπή, πολεμική, πατριαρχική, ανάλγητη και βίαιη. Όπως σημειώνει η Ρετζίνα Σβαρτς η «‘αρχή της μοναδικότητας’ (μια γη, ένας λαός, ένα έθνος) και μάλιστα στη μονοθεϊστική σκέψη (μια θεότητα) γίνεται απαίτηση για αποκλειστική συμμαχία, η οποία απειλεί με τη βία του αποκλεισμού. Όταν αυτή η αντίληψη μεταφράζεται σε κοσμικό σχηματισμό λαών –ένα έθνος υπό την προστασία του Θεού- γίνεται περισσότερο απειλή παρά πηγή σιγουριάς»[10]. Ο μονοθεϊσμός φαίνεται να εντείνει την βία στην θρησκεία, επειδή μετατρέπει την θυσία σε αυτοθυσία, μεταστοιχειώνει την ζωοθυσία σε ανθρωποθυσία και οξύνει την επιθετικότητα των πιστών εναντίον των απίστων με την νομιμοποίηση της αποκλειστικότητας και της μοναδικότητας του θείου.

IV. ΄Οπου λόγος εκεί αντίλογος ! Όπως η θεωρία του Ζιράρ συνάντησε την κριτική της ανασκευή, έτσι και η θεωρία της Σβαρτς έχει ενώπιόν της αρκετές επιφυλάξεις και θεμιτές ενστάσεις να αντιμετωπίσει προκειμένου να μορφοποιηθεί μια ακόμα πιο ακριβοδίκαιη εικόνα της πραγματικότητας. Δεν θα υπεισέλθουμε εμείς εδώ σε κριτικές παρατηρήσεις αφήνοντας ανοικτή την συζήτηση για μιαν άλλη μελλοντική ευκαιρία.

Μας είναι αρκετό να σημειώσουμε ότι το θέμα «βία και θρησκεία» έρχεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας από τα ίδια τα πρόσφατα αιματηρά συμβάντα στην υφήλιο που συνδέονται με την αντιπαλότητα των τριών μονοθεϊσμών, δηλαδή του Ισλάμ έναντι του χριστιανισμού της Δύσης και του ιουδαϊσμού του κράτους του Ισραήλ. Πρόκειται για αυτό που αλλιώτικα με προσφυέστερο τρόπο επονομάσθηκε ως η «έριδα των τέκνων του Αβραάμ» (Ισραήλ, Ισμαήλ, Ιησούς). Οι τρεις μονοθεϊσμοί αναγνωρίζουν τον πατέρα του Ισαάκ ως κοινό πατριάρχη τους, γενάρχη της μονοθεϊστικής πίστης και προπάτορά τους. Δεν μένει αμφιβολία ότι η βία και η θρησκεία διασυνδέονται στενότατα κι εσώτατα.

Ας σημειωθεί όμως ότι δεν ευθύνεται πρωταρχικά ή αποκλειστικά η θρησκεία για μια τέτοια οδυνηρή διασύνδεση με την βία. Η κοινωνία είναι ο φυσικός αυτουργός της βίας, ενώ η θρησκεία παραμένει ο ηθικός συναυτουργός της. Η κοινωνία απαιτεί τον αυτοπεριορισμό και την αυτοθυσία των ορμών και των εγωιστικών απαιτήσεων του ατόμου προς όφελος της ομάδας. Η ανεπαρκής ανταπόκριση του ανθρώπου στην κοινωνική απαίτηση για αυτοπαραίτησή του οδηγεί στην βίαιη επιβολή περιορισμών από το κοινωνικό σύνολο επάνω στο ανθρώπινο υποκείμενο διαμέσου δυο θεσμικών μηχανισμών, ενός επίγειου-οριζόντιου, που είναι το κράτος, και ενός επουράνιου-κατακόρυφου, που λέγεται θρησκεία.

V. Δεν φαίνεται, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία η διάκριση των θρησκειών σε μονοθεϊστικές και πολυθεϊστικές, με την έννοια ότι ο μονοθεϊσμός φαντάζει βιαιότερος του πολυθεϊσμού. Και οι δυο αυτές ομαδοποιήσεις των θρησκευμάτων εδράζονται στην θυσία και κατά λογική συνέπεια τόσο ο μονοθεϊσμός όσο κι ο πολυθεϊσμός ενέχονται στην βία εξίσου.

΄Αλλωστε δεν έχει νόημα για τα θύματα της ιστορίας να αναρωτιόμαστε ποιος δήμιος είναι βιαιότερος ή ποιος εκτελεστής μοιάζει ανώδυνος. Καμιά θρησκεία δεν είναι αναίμακτη, όπως καμιά επανάσταση δεν υπήρξε αναίμακτη, καμιά εξέγερση δεν ήταν «βελούδινη» και καμιά ανταρσία δεν έγινε ανώδυνα.

Ας υπενθυμίσουμε την έκβαση της θυσίας του Αβραάμ και ας ευχηθούμε στο μέλλον οι μονοθεϊσμοί του Ισραήλ, της Εκκλησίας και του Ισλάμ να μιμηθούν τον γενάρχη της πίστης τους. Ο Αβραάμ δεν ολοκλήρωσε την ανθρωποθυσία του μοναχογιού του, αθέτησε την υπόσχεσή του με την πρωτοβουλία του Θεού κι έτσι σώθηκε μια ψυχή, ο Ισαάκ, και γεννήθηκε μια ολότελα καινούργια πίστη, ο μονοθεϊσμός. Μακάρι να συμβεί το ίδιο σήμερα και να επαναλαμβάνεται εσαεί στο μέλλον : η θυσία να γίνει αυτοθυσία, η πίστη να παραιτηθεί από την βία και ο αντίποδάς της, δηλαδή ο έρωτας, να επικρατήσει ακολουθώντας την κληρονομιά του «θείου έρωτος» που αφθονεί στους μονοθεϊσμούς δίνοντας εύχυμους καρπούς μέσα στην ιστορία.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει να λησμονηθούν η παράδοση του «θείου έρωτος»[11] όπως επίσης η συμβολή των μυστικών ρευμάτων[12]. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο φαίνεται να ανατέλλει αμυδρά ίσως, αλλά με τρόπο αποφασιστικό, μια κάποια διέξοδος σε επικαιρικά αδιέξοδα που έγκαιρα έτυχαν εύστοχης ανατομίας[13].

Εισήγηση στο Συνέδριο του Μεταπτυχιακού Θεολογικού Συνδέσμου, Πάτρα, 10η Νοεμβρίου 2007

[1] Αθήνα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2000, λήμμα «θυσία» ( Στρατή Ψάλτου).

[2] «Η Βία και το Ιερό», γαλλικά 1972, ελλ. μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, «Το Εξιλαστήριο Θύμα : Η Βία και το Ιερό», Αθήνα, Εκδ. «Εξάντας» (1991).

[3] «Η Αρχαία Οδός των Ασεβών», γαλλικά 1985, ελλ. μτφρ. Λουκά Θεοδωρακόπουλου, Αθήνα, Εκδ. «Εξάντας» 1991.

[4] «Κεκρυμμένα από Καταβολής», ελλ. μτφρ. Κωνστ. Γκότσης, Αθήνα, Εκδ. Γ. Α. Κουρής 1994.

[5] Βία και Ιερό, 30.

[6] ΄Ο. π. 39.

[7] ΄Ο. π., 220-2 (λήμμα Φώτη Τερζάκη).

[8] Φώτης Τερζάκης, Μελέτες για το Ιερό, Αθήνα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 1997.

[9] Ρ. Σβαρτς, Βία και μονοθεϊσμός, Αθήνα, Εκδ. «Φιλίστωρ» 2000.

[10] ΄Ο. π. 12.

[11] Στέφανος Ροζάνης, Θείος ΄Ερως, Αθήνα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 1999.

[12] Χρήστος Νάσιος, Ο Μυστικισμός του Δυτικού Χριστιανισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2000.

[13] Φώτης Τερζάκης, Ανορθολογισμός, Φονταμενταλισμός και Θρησκευτική Αναβίωση, Αθήνα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 1998.

Σχόλια