«Εθνεγερσία, σύγκρουση δύο οραμάτων»


«Εθνεγερσία, σύγκρουση δύο οραμάτων»

«Ασκήσεις κριτικής σκέψης» (Ραδιοφωνική εκπομπή στον ΣΚΑΪ, 25-3-2007.

Είμαι ο Χρήστος Γιανναράς, στην εκπομπή «Ασκήσεις κριτικής σκέψης». Το θέμα μας σήμερα, «Εθνεγερσία, σύγκρουση δύο οραμάτων».

Φίλες ακροάτριες, φίλοι άκροατές, υπάρχει ένας σαφώς αντιεπιστημονικός, θα έλεγα και βάναυσος τρόπος για να προσεγγίζει κανείς την Ιστορία: Είναι ο τρόπος με τον οποίον κρίνουμε το ιστορικό παρελθόν με κριτήρια του ιστορικού παρόντος. Δηλαδή, θέλουμε να αποτιμήσουμε αυτό που κάποτε συνέβη, κρίνοντάς το με σημερινά κριτήρια, και αγνοώντας τον χρόνο που έχει παρεντεθεί ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα, στις εξελίξεις που έχουν συμβεί, στην αλλαγή νοοτροπίας που έχει συντελεσθεί.Κλασσικό παράδειγμα ενός τέτοιου βιασμού, θα έλεγα, της Ιστορίας , είναι η αντίρρηση που πάντοτε προκύπτει όταν μιλήσεις για την αρχαία Ελλάδα. Το πρώτο που θα σου πούν, «ναί, λες για την αρχαία Άθήνα, τα επιτεύγματά της, την δημοκρατία, την πολιτική, την τραγωδία, αλλά δεν μπορείς να αγνοείς την δουλεία. Όλα αυτά τα εκπληκτικά έργα που σήμερα θαυμάζουμε στην αρχαία Αθήνα, έγινα με την βοήθεια, με την εργασία δούλων». Λέω ότι είναι βάναυσος αυτός ο τρόπος, γιατί η δουλεία την εποχή εκείνη ήταν ένα πανανθρώπινο φαινόμενο. Επί αιώνες, πολλούς αιώνες δυστυχώς, η δουλεία ήταν κάτι το αυτονόητο στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όπως και η πορνεία. Μάλιστα η πορνεία εξακολουθεί και σήμερα να είναι αυτονόητη. Σκεφθείτε, ύστερα από χίλια χρόνια ας πούμε, εάν μας κατηγορούν συλλήβδην τις σημερινές κοινωνίες, επειδή ανεχόμασταν στην πραγματικότητα να πουλάνε άνθρωποι το κορμί τους, χαρίζοντάς το για ηδονή. Λοιπόν, όπως δυστυχώς, το ξαναλέω τρίτη φορά, λειτουργεί ακόμα η πορνεία, και μάλιστα στις μέρες μας με τρόπους αποκρουστικούς, κανονική σωματεμπορία, εκείνους τους αιώνες, τους αρχαίους αιώνες, πολύ πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού, και η δουλεία ήταν κάτι αυτονόητο. Επιπλέον, θα έπρεπε να ξέρουμε, όσοι αποφαινόμαστε με τόση ευκολία για την σημασία της δουλείας στην αρχαία Αθήνα, ότι ειδικά στην αρχαία Ελλάδα, όταν μιλάμε για δουλεία, να μην πηγαίνει ο νους μας στην καλύβα του μπαρμπα-Θωμά. Οι δούλοι στην αρχαία Αθήνα ήσαν τραπεζίτες, ήταν δάσκαλοι, είχαν μετοχή στον κοινωνικό βίο, αλλά δεν είχαν την τιμή να είναι πολίτες, να μετέχουν κρίσεως και αρχής, να μετέχουν δυναμικά στην συγκρότηση της πόλης.

Αυτή η εφαρμογή κριτηρίων του παρόντος στο παρελθόν, συμβαίνει και με το ιστορικό γεγονός που γιορτάζουμε σήμερα, την 25η Μαρτίου, δηλαδή την Εθνεγερσία, όπως καθιερώθηκε να την λέμε, την έναρξη της Επανάστασης των Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους. Πρίν από κάποιες μέρες, βδομάδες, δεν θυμάμαι καλά να σάς πω, διάβαζα σε μια αθηναϊκή εφημερίδα το άρθρο ενός δημοσιογράφου, ο οποίος ήθελε φαίνεται να χτυπήσει -όχι «φαίνεται», ήταν φανερό- ήθελε να χτυπήσει τον Αρχιεπίσκοπο. Και αυτό, με τον γνωστό μεταπρατικό τρόπο, την μεταπρατική νοοτροπία που έχει παγιωθεί δυστυχώς σε όλους τους τομείς του βίου. Δηλαδή αναπτύσσεται ένας αντικληρικαλισμός και στην Ελλάδα, ο οποίος είναι αντιγραφή του αντικληρικαλισμού των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, χωρίς να κρίνει και να συγκρίνει κανείς την διαφορά των ιστορικών εμπειριών, την διαφορά των κοινωνικών παραστάσεων και δεδομένων στις δύο περιπτώσεις.ΣτηνΔύση, πράγματι, ο θεσμός της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ειδικά στους μέσους αιώνες, λειτούρησε με έναν αυταρχισμό, μέχρις ολοκληρωτισμού, που έχει καταγραφεί ιστορικά, έχει κριθεί, έχει κατακριθεί· στην Ανατολή, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, είτε το δεχόμαστε είτε το αγνοούμε, τέτοια φαινόμενα δεν υπήρξαν. Υπήρξε πράγματι μία ταύτιση του κλήρου με το λαϊκό σώμα. Μεγάλο θέμα, δεν θα μείνω σ αυτό. Το αναφέρω συμπτωματικά για να τονίσω αυτήν την ξιπασιά, να θέλουμε ό,τι συνέβη στην Δύση να το μεταφέρουμε οπωσδήποτε και στην Ελλάδα. Λοιπόν, ο δημοσιογράφος αυτός έγραφε ότι, ναί, τα βιβλία Ιστορίας να ακολουθήσουν την άποψη του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος ζήτησε να υπάρχει όλη η αλήθεια η ιστορική μέσα στα βιβλία του σχολείου. Επομένως, έλεγε ο δημοσιογράφος, πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά και το γεγονός ότι η Εκκλησία πολέμησε την Επανάσταση του 1821· ο Πατριάρχης την αφόρισε· ότι υπήρξε ένα κείμενο, η «Πατρική Διδασκαλία», του Αθανασίου Παρίου, η οποία παίνευε και εξυμνούσε σχεδόν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και έτσι αντιτασσόταν στο εθνικό κίνημα από το οποίο προέκυψε η Επανάσταση και η απελευθέρωση.

Επιτρέψτε μου να πω, ότι στον χώρο της Ιστορίας είναι πάρα πολύ εύκολες οι υπερβάσεις και πάρα πολύ ευόλισθος ο δρόμος που οδηγεί, όπως είπα αρχικά, σε βάναυση κακοποίηση των ιστορικών γεγονότων. Όχι συνειδητή πάντοτε· αυτό που συνηθέστερα συμβαίνει είναι να αποσπάμε επί μέρους δεδομένα και περιστατικά, και να αντλούμε μια ερμηνευτική πρόταση συνολική, η οποία δεν πατάει γερά, παρά μόνο κουτσαίνοντας, πάνω σε επιλεγμένα περιστατικά. Είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Γι αυτό και ο μεγαλύτερος μάλλον σήμερα φιλόσοφος, ο πιο γνωστός στην Αμερική, που μάλιστα εμφανίζεται και ως εκπρόσωπος της Αριστεράς, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ρίτσαρντ Ρώρτυ, έχει πεί μια φράση που νομίζω ότι είναι πολύ σημαδιακή. Λέει, ότι, ένας λαός γράφει την Ιστορία του, όχι για να αφηγηθεί το παρελθόν του, αλλά για να συγκροτήσει ταυτότητα, με την οποία θα αναμετρηθεί με το μέλλον· με την οποία θα συγκροτήσει το μέλλον του. Επομένως, ειδικά στην σχολική διδασκαλία της Ιστορίας, έχει πολύ μεγάλη σημασία ο στόχος τον οποίον θέτει μια κοινωνία για το παρόν της και για το μέλλον της.
Επιτρέψτε μου, σαν παρένθεση, και σαν οδυνηρή έκρηξη να πω, ότι η όλη κυβερνητική συμπεριφορά με το βιβλίο αυτό της 6ης τάξης του Δημοτικού Σχολείου, για το οποίο τόσα πράγματα ειπώθηκαν και τόσος θόρυβος έγινε, η κυβερνητική συμπεριφορά, θέλω απλώς να πω, ότι αντιπροσωπεύει μία στάση η οποία δεν έχει κανένα όραμα για το μέλλον των Ελλήνων, δεν έχει καμμιά φιλοδοξία, κανένα στόχο για την κοινωνία των Ελλήνων. Θέλει τους Έλληνες έτσι πεπαιδευμένους, υποτελείς και λακέδες στην εκάστοτε νέα τάξη πραγμάτων, εις την εκάστοτε υπερδύναμη, υπηρέτες οικονομικών προτεραιοτήτων, δίχως αυτοσυνειδησία, δίχως αίσθηση πολιτιστικής καταγωγής, δίχως συνείδηση δυνατοτήτων για το μέλλον.

Δεν ισχυρίζομαι ότι θα σάς παρουσιάσω σήμερα μια αντικειμενική οπτική ιστορική, θα σάς καταθέσω κάποια δεδομένα, και θα συναγάγω από αυτά μια ερμηνευτική πρόταση, η οποία επαφίεται στην κρίση σας και στην εκτίμησή σας, κατά πόσο αφορά την ημέρα που σήμερα γιορτάζουμε -αν γιορτάζουμε- και λέγεται 25η Μαρτίου.

Θα έλεγα ότι τα χρόνια εκείνα, και ειδικά από τα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, υπήρξε στον ελληνικό χώρο μια αντιπαλότητα δύο οραμάτων. Υπήρχαν με άλλα λόγια δύο τρόποι, με τους οποίους αντιμετωπιζόταν το μέλλον του Ελληνισμού. Οι δύο αυτοί τρόποι, τα δύο αυτά οράματα, είχαν συγκεκριμένους φορείς. Τον ένα τρόπο τον εκπροσωπούσαν οι Φαναριώτες και το Πατριαρχείο. Εκεί είχε συναχθεί, ήδη από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, η πνευματική, όπως λέγανε, εν πολλοίς όμως και πολιτική ηγεσία του υπόδουλου Ελληνισμού, αναγνωρισμένη από τους κατακτητές Τούρκους -στο πρόσωπο του Πατριάρχη αναγνώριζε ο Σουλτάνος πάντοτε την κεφαλή των υπόδουλων Ορθόδοξων Χριστιανών, επομένως αυτών οι οποίοι ήσαν και φορείς κυρίως του ελληνικού πολιτισμού. Αυτή η ομάδα λοιπόν η ηγετική της Κωνσταντινούπολης είχε ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα για το μέλλον του Ελληνισμού. Και το όραμα αυτό απέβλεπε, ήταν το πρώτο του κριτήριο, στην διάσωση όλων των Ελληνικών Ορθόδοξων πληθυσμών που βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων. Δηλαδή, ήταν πολύ επιφυλακτικοί οι Φαναριώτες απέναντι στις καινούργιες ιδέες, που μετά την Γαλλική Επανάσταση είχαν αρχίσει να εισέρχονται και στον υπόδουλο ελληνικό χώρο, για την ίδρυση εθνικού κράτους, αστικού κράτους, όπως λέγανε οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, δηλαδή ενός κράτους βασισμένου σε άλλες προτεραιότητες και αξίες από αυτές που ιδρύει και συγκροτεί η ιστορική συνείδηση και η πολιτιστική συνέχεια. Σε στοιχεία, όπως ορίζονται από τα εγχειρίδια, το έθνος-κράτος στηρίχτηκε στην κοινή γλώσσα, σε μια κοινή παράδοση ηθών και εθίμων, μια κοινή συνείδηση κάποιας ιστορικής συνέχειας - και όχι πάντοτε, διότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις εθνών-κρατών που αποτελούνται από περισσότερες εθνότητες και από ποικίλες ιστορικές παραδόσεις.

Η εμμονή αυτή είχε κάποιους ρεαλιστικούς λόγους, στους οποίους βασιζόταν. Μέσα από την διαδρομή των αιώνων της τουρκοκρατίας, σε πολλά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Ελληνικό στοιχείο είχε κατορθώσει να είναι πραγματικά το κυρίαρχο κοινωνικά. Αντίθετα, το μουσουλμανικό, το τουρκικό στοιχείο, είχε απωθηθεί, θα έλεγε κανείς, στις παρυφές του κοινωνικού γεγονότος, εκτελούσε τελείως δευτερεύουσες υπηρεσίες και ασχολίες, βέβαια εκτός από τους άρχοντες, τους πασάδες, τους αγάδες σε κάθε περιοχή, που είχαν την ιδιοκτησία και τον πλούτο. Όμως ο Ελληνισμός είχε κατορθώσει, παρά την απαγόρευση, επί μακρές περιόδους, των σχολείων, της εκπαίδευσης, είχε κατορθώσει να πετύχει μια άνθηση και οικονομική και παιδευτική, η οποία κυριολεκτικά μας εκπλήττει. Οι Έλληνες, την εποχή εκείνη, τους αιώνες της τουρκοκρατίας, και κυρίως από τον 16ο, 17ο και μετά, όργωναν την Μεσόγειο ως καραβοκυραίοι, κρατούσαν στα χέρια τους το εμπόριο της Μεσογείου· οι Έλληνες έμποροι είχαν ανοιχτεί στις αγορές της Ευρώπης· σήμερα μένουμε κατάπληκτοι όταν βλέπουμε τι κτήρια άφησαν πίσω τους αυτές οι Ελληνικές κοινότητες της Τεργέστης, της Βιέννης, του Μονάχου, του Παρισιού, του Λονδίνου· όργωναν και αυτοί τις αγορές της Ευρώπης, οι Καστοριανοί γουνέμποροι, οι έμποροι των Αμπελακίων, από όλον τον χώρο της Ελλάδας υπήρχε αυτή η ζωτική έξοδος.
Και θα παρακαλούσα τους αγαπητούς ακροατές, τις αγαπητές ακροάτριες, να κάνουν την σύγκριση, αυτής της μετανάστευσης των Ελλήνων, τότε, τους αιώνες της τουρκοκρατίας, με το μεταναστευτικό κύμα που άρχισε μετά την ίδρυση του ελεύθερου, λεγόμενου, ελλαδικού κράτους. Τότε, όταν οι Έλληνες ήταν φτωχοί, αγράμματοι, δούλοι, καταπιεσμένοι, μετανάστευαν από θέσεως ισχύος· ήταν οι άρχοντες που όργωναν την Ευρώπη, και άφησαν πίσω τους, ως μεγάλοι ευεργέτες στην τελευταία φάση, αλλα και πιο πριν, αν κρίνει κανείς απ τις σχολές που ίδρυαν σε κάθε μέρος του υπόδουλου Ελληνισμού, - ήσαν κυρίαρχοι της ευρωπαϊκής αγοράς. Ενώ, ο μετανάστης ο Έλληνας μετά την ίδρυση του ελλαδικού κράτους, φεύγει όπως μεταναστεύουν σήμερα λαοί όπως οι Αλβανοί, για να ζήσουν με την εργασία των χεριών τους, την χειρωνακτική· η αποδημία γίνεται εξορία, γίνεται ξενιτιά, που τόσο πικρά την έχει μελωδήσει και ιχνογραφήσει η ελληνική τέχνη.

Έλεγα, λοιπόν, ότι σε πολλές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Ελληνικοί πληθυσμοί ήταν οι κοινωνικά κυρίαρχοι. Από τα πρώτα χρόνια της κατάκτησης των Ελλήνων από τους Τούρκους, το τουρκικό στοιχείο δεν είχε τόσο ενδιαφέρον για το εμπόριο. Ούτε, θα έλεγα, για τις κατασκευαστικές τέχνες. Στο πεδίο αυτό οι Έλληνες είχαν να συναγωνιστούν με άλλες μειονότητες, όπως με τους Εβραίους ή με τους Ιταλούς, τους Γενοβέζους και άλλους. Πάντως, είναι γεγονός, νομίζω, ότι το Ελληνικό στοιχείο είχε φτάσει οικονομικά και κοινωνικά να είναι σε πολύ υψηλή στάθμη. Μιλάμε για εκατομμύρια Ελλήνων στην Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Ανατολική Ρωμυλία, στην Δυτική Μακεδονία, κ. λπ.
Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί ήταν μέσα στην έγνοια των Φαναριωτών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αν ένα κομμάτι αυτού του Ελληνισμού ξεκινούσε μια προσπάθεια να αυτονομηθεί ως έθνος-κράτος, καταλάβαινε κανείς αμέσως ότι η εκδίκηση των Τούρκων θα ήταν η σφαγή, η καταδίωξη, ο αφανισμός όλων των υπόλοιπων αυτών απέραντων εκτάσεων όπου κατοικούσαν οι Έλληνες, από πανάρχαιες μήτρες καταγωγής εκεί. Γι αυτό και βλέπουμε στην αρχή μια αμηχανία απέναντι στις καινούργιες ιδέες που έρχονται από την Δύση -αμηχανία των Φαναριωτών και του Πατριαρχείου- και στην συνέχεια, πράγματι, μια εκφραση αποψης και γνώμης, όπως αυτή που αποτυπώθηκε στο τόσο διαβεβλημένο αυτό κείμενο, «Πατρική Διδασκαλία», γραμμένο από τον Αθανάσιο Πάριο και εκδοθέν από το τυπογραφείο του Πατριαρχείου, στο οποίο λέει ότι ήτανε τύχη, ήταν αγαθή συγκυρία για τον Ελληνισμό ότι υποδουλώθουκε στους Τούρκους και όχι στους Φράγκους· διότι αν είχε υποδουλωθεί στους Φράγκους, θα είχε χάσει αμέσως και τον πολιτισμό του και την ιδιαιτερότητά του, ενώ χάρις στο χαμηλό επίπεδο των Τούρκων είχε διατηρήσει τη συνείδηση της πολιτιστικής του υπεροχής.

[μουσικό διάλειμμα]

Αγαπητοί φίλοι, προσπάθησα να παρουσιάσω στο πρώτο μέρος της εκπομπής το ένα όραμα από τα δυό που κυριαρχούσαν από τα δυό που κυριαρχούσαν στην εποχή της Επανάστασης του ‘21, το όραμα που εκπροσωπήθηκε κυρίως από τους Φαναριώτες και το Πατριαρχείο. Σ αυτό το όραμα, ο Ελληνισμός ήταν πρωτευόντως μια πραγματικότητα πολιτισμού πέρα από εθνοφυλετικά σύνορα και όχι κατά προτεραιότητα ένα εθνικό σύνολο όπως σήμερα πια, εκ των υστέρων, κατανοούμε την ελληνικότητα. Σίγουρα, ο ελληνισμός ως πολιτιστικό γεγονός είχε και συγκεκριμένη εθνοφυλετική καταγωγή, αλλά, υπήρχε η αίσθηση ακόμα τότε ζωντανή στους κύκλους του Φαναρίου, και μπορεί να το ψηλαφήσει κανείς και να το πιστοποιήσει στα κείμενα των αιώνων εκείνων, ότι υπήρχε μια αίσθηση υπεροχής πολιτιστικής· μπορεί να είχε κατακτηθεί ο Ελληνισμός, μπορεί να ήταν σκλάβος, τυραννισμένος, έξω από τα κέντρα, έξω από την Κωνσταντινούπολη, φτωχός και βασανισμένος, αλλά, με αισθηση αρχοντικής καταγωγής, με αίσθηση πολιτιστικής υπεροχής.

Πρίν απ όλα η γλώσσα ακόμα, λειτουργούσε ως διαβατήριο για να ταξιδέψεις την εποχή εκείνη σε μια τεράστια περιοχή. Λέει ο Ελύτης πολύ ωραία ότι, μέχρι και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την ελληνική γλώσσα είχες γλωσσικό διαβατήριο για να ταξιδέψεις σε μια περιοχή από τα βάθη της Μικράς Ασίας μέχρι την Κάτω Ιταλία, κι από την Αίγυπτο μέχρι τη Μολδαβία και τη Βλαχία επάνω στο Δούναβη.
Ένα άλλο στοιχείο ήταν η ζωντάνια της εκκλησιαστικής παράδοσης, η οποία ήταν η πρωτεύουσα, η κυρίαρχη. Ο Ελληνισμός έδωσε σάρκα στην παράδοση αυτή, σάρκα πολιτισμού, με την τέχνη, την ζωγραφική, την μουσική, την τέχνη της δραματουργίας, σεβαστή από όλους τους εκχριστιανισμένους λαούς της Βαλκανικής και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.
Είπα προηγουμένως λίγα λόγια και για το οικονομικό σφρίγος του Ελληνισμού, αλλά σκεφθείτε και τα τεκμήρια που άφησε, σε μερικές περιοχές μέχρι σήμερα, αυτό το οίκονομικό σφρίγος, συνδυασμένο με παραγωγή πολιτισμού. Σήμερα πρέπει να έχουμε ένα και δυό διδακτορικά για να καταλάβουμε τι ίλιγγο αρχιτεκτονικής αρτιότητας είχαν τα λαϊκά χτίσματα της τουρκοκρατίας· τι ήταν η ζωγραφική εκείνων των αιώνων, η Κρητική σχολή στην αγιογραφία· τι ήταν η ποίηση του δημοτικού τραγουδιού, τι ήταν η μουσική των χορών και των πανηγυριών· τι ήταν οι λαϊκές φορεσιές· δεν ξέρω πόσοι είδαν αυτή την έκθεση των κεντημάτων που είχε κάνει πέρισυ το Μουσείο Μπενάκη, στο καινούργιο του κτήριο στην οδό Πειραιώς, με κεντήματα του 16ου και 17ου αιώνα, που μένει κανείς ενεός· αυτός ο λαός, επαναλαμβάνω, ο τότε αγράμματος, καταπιεσμένος, φτωχός, πως είχε τέτοια αίσθηση κάλλους, και πως όλα αυτά κόπηκαν με το μαχαίρι μόλις ιδρύθηκε το ελλαδικό κράτος.

Πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσουμε και να βγάλουμε τις συνέπειες αυτής της μυθοποίησης, ότι ο Ελληνισμός παύει να παράγει πολιτισμό, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το ελλαδικό κράτος ιδρύεται με την πρόθεση να μην είναι ελληνικό, αλλά να είναι μεταπρατικό, να αντιγράψει, να κοπιάρει, τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας γένη και έθνη». Ό,τι φτιάχθηκε και ό,τι παρήχθη μέσα στο ελλαδικό κράτος, από την ίδρυσή του και μετά, είναι μίμηση, είναι πιθηκισμός. Πολλές φορές αυτή η μίμηση δίνει υψηλά επιτεύγματα, αλλά δεν είναι πρωτογενής παραγωγή πολιτισμού με σφραγίδα ιδιαιτερότητας, με ιδιοπροσωπεία, με μήνυμα και κατάθεση μαρτυρίας αυτής της συνέχειας που είχε ο Ελληνισμός μέσα σε τρεισήμισυ χιλιάδες χρόνια.

Όλων αυτών δεδομένων - να προσθέσω και ένα ακόμα, μην ξεχνάμε τους λόγιους οι οποίοι φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά την άλωση, γέμισαν τα πανεπιστήμια της Ιταλίας και έφεραν εκείνη την άνθηση που οδήγησε κυρίως στην Αναγέννηση. Υπάρχει μεταφρασμένο από της εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης ένα θαυμάσιο βιβλίο ενός Άγγλου, του Μπάττερφηλντ, «Η καταγωγή της σύγχρονης επιστήμης». Εκεί, στον πρόλογο, θα δείτε μια λεπτομέρεια που είναι πολύ χαρακτηριστική: Ότι στην Ιταλία, μέχρι και τον 18ο αιώνα, όταν έφτανε ένας Έλληνας, από τις κατεχόμενες πια από τους Τούρκους περιοχές, λόγιος Έλληνας, τον υποδέχονταν, λέει αυτός ο συγγραφέας, περίπου όπως υποδέχονταν στην Αμερική τον Αϊνστάιν στην διάρκεια του μεσοπολέμου. Πραγματικά, αυτό είναι πάρα πολύ σημαντική εικόνα, και νομίζω ότι μέσα από τέτοια δεδομένα μπορεί να κατανοήσει κανείς την εμμονή των Φαναριωτών σ ένα όραμα ένδοθεν άλωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή ενός έμμεσου εξελληνισμού της.
Δεδομένα επίσης ρεαλιστικά για να πατήσει αυτό το όραμα ήταν το γεγονός ότι η Υψηλή Πύλη η λεγόμενη, δηλαδή η εξωτερική πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επί αιώνες διευθυνόταν και κατευθυνόταν από τους δραγουμάνους της Υψηλής Πύλης που ήσαν όλοι Έλληνες. Από την πρώτη στιγμή ο σουλτάνος προσέλαβε Έλληνες για μεταφραστές στις σχέσεις του με τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Αυτοί οι μεταφραστές, οι δραγουμάνοι, εξελίχθηκαν σε υπουργοί εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θυμηθείτε επίσης τις ελληνικές διοικήσεις ολόκληρων περιοχών όπως η Μολδαβία και η Βλαχία· Έλληνες διοικούσαν αυτές τις περιοχές.

Μέ αυτά τα δεδομένα, δεν υπήρχε βέβαια σαφής και διευκρινισμένη πολιτική πρόταση, όπως σήμερα θα την απαιτούσε κανείς και θα την προγραμμάτιζε· αλλά ήταν ένα κλίμα· η πρόταση αυτή διαχυνόταν [. . . πρόβλημα στον ήχο. . . ] που τα ανακαλύπτουμε σήμερα και βλέπουμε πόσο οξυδερκής ήταν η όραση αυτών των ανθρώπων.
Το όραμα λοιπόν αυτό, ερχόταν σε αντίθεση με το όραμα που γεννιόταν σε συγκεκριμένη ομάδα λογίων Ελλήνων, εγκατεστημένων στην Δυτική Ευρώπη. Η πιο χαρακτηριστική και ηγετική φυσιογνωμία αυτής της ομάδας, στα τέλη του 18ου αιώνα, αρχές του 19ου, ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής. Είχε φύγει από 23 ετών από τη Χίο, πήγε στη Γαλλία, σπούδασε εκεί γιατρός, μάλλον δεν άσκησε ποτέ το ιατρικό του επάγγελμα, ασχολήθηκε με τη φιλολογία, έζησε όλη του τη ζωή στη Γαλλία, δηλαδή, που σημαίνει, αποκομμένος από τη λαϊκή πραγματικότητα και πράξη του υπόδουλου Ελληνισμού. Ο Κοραής, όπως είναι γνωστό, θαύμαζε απεριόριστα τον δυτικό κόσμο, έτσι όπως ξαναγεννιόταν, αναγεννιόταν μάλλον, ύστερα από τους μέσους αιώνες της έκπτωσης και της παρακμής, και θαύμαζε οτιδήποτε δυτικό. Θαύμαζε ακόμα και την πρόσληψη που είχαν προσπαθήσει να κάνουν οι δυτικοί της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στους νεώτερους αιώνες. Δυστυχώς, ούτε ο Κοραής, ούτε η σχολή του, ούτε και άλλοι, προηγούμενοι, προγενέστεροι του Κοραή, λόγιοι Έλληνες στη Δύση, έθεσαν ποτέ το κριτικό ερώτημα: αν, αυτό που νόμιζε ότι προσλαμβάνει και συνεχίζει από την αρχαία Ελλάδα η Δύση, είχε κάποια ουσιώδη σχέση με την Ελληνική παράδοση από την αρχαιότητα και μετά· εάν δηλαδή είχαν ένα δυτικό διάβασμα του αρχαίου ελληνισμού οι δυτικοί, ή αν είχαν πράγματι ένα ελληνικό, ένδοθεν διάβασμα αυτής της παράδοσης.

Θα μου επιτρέψετε να πω την προσωπική εκτίμηση, ότι είχε χωρίς αντίσταση παραδοθεί στην δυτική προπαγανδιστική αυτάρκεια, η οποία καυχιόταν ότι συνεχίζει με τον σχολαστικισμό από τον 11ο αιώνα, και μετά με την Αναγέννηση, συνεχίζει αυτή και μόνο την κληρονομιά την πολιτιστική των αρχαίων Ελλήνων. Το είχε τόσο πολύ αποδεχθεί αυτό ο Κοραής, που πίστευε ότι, αντιθέτως, οι «Γραικοί» στην κυρίως Ελλάδα, στην Μικρά Ασία και όπου άλλού, είχαν χάσει την ελληνικότητά τους, και ότι αν ποτέ ιδρυόταν ένα Ελληνικό κράτος, θα έπρεπε να εκδυτικισθεί πλήρως αυτό το κράτος, ώστε να επαναπροσλάβει από την Δύση τον ελληνισμό που το ίδιο είχε χάσει, που οι ίδιοι οι Έλληνες είχαν χάσει. Αυτή είναι η περίφημη θεωρία της «μετακένωσης» του Κοραή. Σκεφθείτε, σκεφθείτε σύλληψη, ότι οι Έλληνες έχουν πάψει να είναι Έλληνες, ότι οι δυτικοί είναι περισσότερο Έλληνες από τους σημερινούς Έλληνες, επομένως αν οι σημερινοί Έλληνες θέλουν να ξαναγίνουν Έλληνες, πρέπει πρώτα να γίνουν εντελώς δυτικοί. Κι όμως, αυτό το όραμα, πέρασε την εποχή εκείνη, δημιούργησε ρεύμα σε αρκετούς λογίους - όχι κυρίαρχο, παρά, κατά την μαρτυρία του Μανουήλ Γεδεών, την τρομοκρατία που ασκούσε ήδη αυτή η σχολή και τάση, στους λογίους της εποχής, με το περίφημο περιοδικό της, τον «Λόγιο Ερμή».

Σ αυτήν την τάση αντιτάχθηκε και ο Αθανάσιος Πάριος με το βιβλίο που ανέφερα πριν. Και σ αυτήν την τάση αντιτάχθηκε και το Φανάρι, το Πατριαρχείο, αρχικά, χωρίς ποτέ να ξέρουμε εάν ο αφορισμός των επαναστατών τις πρώτες μέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης, ήταν πράγματι από πεποίθηση των Φαναριωτών του Πατριαρχείου, ή, αν ήταν μια ακόμη φορά υποχώρηση στην τουρκική βία, για να γλυτώσουν οι πληθυσμοί οι οποίοι ήταν έρμαιο, εγκαταλελειμμένοι στο μαχαίρι των Τούρκων. Εκείνο το γεγονός που μας διασώζει μια ιστορική πληροφορία, είναι ότι, όταν πια έχει ξεσπάσει η τουρκική αντίδραση για την Ελληνική Επανάσταση στην Πελοπόννησο, και επίκειται πια, είναι φανερό ότι θα πληρώσουν αντίποινα οι ελληνικοί πληθυσμοί, τουλάχιστον της Κωνσταντινούπολης, ο τότε μέγας δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης Κωνσταντίνος Μουρούζης επισκέπτεται τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ και τον παρακινεί να φύγει, να φύγει, για να μπορέσει να γλυτώσει, γιατί οι Τούρκοι έχει [ο Μουρούζης] πληροφορίες, ότι θα αφήσουν τον όχλο να τον εκτελέσει. Και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ του απαντάει: «Ελπίζω, αυτή τη φορά, να το κάνουν. » Ελπίζω, με την έννοια ότι, αν με σκοτώσουν, τότε έχουμε ελπίδες να ξεσηκωθούν οι δυτικές κοινωνίες, τα ανακτοβούλια της Ευρώπης, οι φιλελεύθεροι λόγιοι, και να υποστηρίξουν την Ελληνική Επανάσταση.
Βλέπετε, η Ιστορία ποτέ δεν μπορεί να είναι μια μονότροπη ανάγνωση. Κάποιες, ασήμαντες φαινομενικά, ιστορικές λεπτομέρειες ανατρέπουν ριζικά την εικόνα που προσπαθούν δεκαετίες τώρα να σχηματίσουν για τον Γρηγόριο τον Ε’ ορισμένοι ιστοριογράφοι στην ελληνική κοινωνία, που νομίζουν ότι έτσι υπηρετούν αντικειμενικότητα, δήθεν, ιστορική.

Επανέρχομαι, λοιπόν, στο ότι το όραμα των Κοραϊστών ήταν ένα έθνος-κράτος στα όρια της κλασσικής Ελλάδος, έτσι ώστε να αναστηθεί στα μάτια των Ευρωπαίων κάτι το οποίο τους ήταν και συμπαθές και νοσταλγικό. Εκείνο το οποίο ερεθίζει μέχρι σήμερα και δημιουργεί αντιπαλότητα για τους Ευρωπαίους, δεν είναι η αρχαία Ελλάδα βέβαια, την οποία έχουν σπεύσει να οικειοποιηθούν και να καπηλευθούν -άλλο μεγάλο θέμα που θα έπρεπε κάποτε να εξετασθεί-, είναι το λεγόμενο Βυζάντιο, είναι η μεσαιωνική περίοδος του Χριστιανισμού, αυτός ο ιλιγγιώδης πολιτισμός που συνεχίστηκε κάτω από την ονομασία της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως. Επομένως, οι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Κύπρου, δεν ενδιέφεραν τους Κοραϊστές· τους ενδιέφερε η κυρίως Ελλάδα, η γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Ελλάδας. Και φάνηκε αμέσως μετά, όταν μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι Κοραϊστές κλήθηκαν από τους Βαυαρούς να οργανώσουν το νέο κράτος σε κράτος εύρωπαϊκό, και επάνδρωσαν, στελέχωσαν όλες τις θέσεις τις διοικητικές της εποχής, τότε, αμέσως πρωτεύουσα έγινε η Αθήνα, τότε επεβλήθη κρατικά η καθαρεύουσα, πλαστή γλώσσα που είχε φτιάξει ο Κοραής από το Παρίσι, για να καθαρεύουν οι Έλληνες, να αποβάλουν τα βαρβαρικά στοιχεία που είχαν εισχωρήσει στην γλώσσα τους, και ο κοραϊσμός να επιβληθεί ως κυρίαρχη ιδεολογία στο ελλαδικό κράτος, σχεδόν μέχρι τις ημέρες μας. Το όραμα ήταν ένα μεταπρατικό κράτος, το όραμα ήταν ο μιμητισμός, μια κοινωνία η οποία παύει να παράγει πολιτισμό, το όραμα ήταν τελικά και η πολιτική αλλοτρίωση. Μήν ξεχνάμε, είναι σημαδιακά αυτά τα γεγονότα, πως τα πρώτα πολιτικά κόμματα που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα είχαν αν θέλετε από μια άποψη την ειλικρίνεια και το θάρρος να ονομάζονται ως αυτά που ήσαν, δηλαδή το Αγγλικόν, το Γαλλικόν και το Ρωσσικόν. Μετά, με πιο επιδέξιες μεθόδους, καλύφθηκαν κάτω από άλλες προμετωπίδες, όπως καλύπτονται μέχρι σήμερα· γιατί και σήμερα νομίζω θα ήταν πολύ πραγματικότερο, εάν δημιουργούντο δύο κόμματα σ αυτόν τον τόπο, και ευθαρσώς ονομάζονταν, το ένα, το Αμερικανικόν, και το άλλο, το Ευρωπαϊκόν ή Ελληνοκεντρικόν.

Λέω, λοιπόν, ότι η σύγκρουση αυτών των δύο οραμάτων απέβη τελικά όχι εις όφελος, κανενός θα έλεγα. Εκείνο το οποίο όμως είναι δεδομένο, είναι ότι το όραμα των Φαναριωτών εξαφανίστηκε, συνετρίβη. Διατηρήθηκε για κάποιες δεκαετίες το όραμα του αλυτρωτικού στόχου του ελλαδικού κράτους· και υπηρετήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με αποτέλεσμα, πράγματι, να διπλασιασθεί ο γεωγραφικός χώρος του αρχικού κρατιδίου. Αλλά, στην πραγματικότητα, όλος ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Δυτικής Μακεδονίας, Μοναστήρι κ. λπ. , της Βορείου Ηπείρου, της Κύπρου, παραδόθηκαν κυριολεκτικά στον αφελληνισμό, στην εξαφάνιση κάθε ίχνους ελληνικής παρουσίας. Έτσι ώστε, θα έλεγε κανείς, τουλάχιστον από συστολή και από οδύνη, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σήμερα δημοσιογράφοι, ή δήθεν ιστορικοί, οι οποίοι να θριαμβολογούν για το ότι κατατροπώθηκε το όραμα και η φιλοδοξία των Φαναριωτών της εποχής εκείνης. Ποιος επαληθεύθηκε ιστορικά; Ποιά από τις δύο πολιτικές ερμηνείς και προτάσεις επαληθεύθηκε; Είναι φανερό ότι επαληθεύθηκαν οι Φαναριώτες, και ο Ελληνισμός πράγματι εξαφανίστηκε από τις πανάρχαιες αυτές κοιτίδες καταγωγής του.

Αγαπητοί φίλοι, ένα είναι γεγονός· ότι η Ιστορία δεν γυρίζει πίσω· η Ισταμπούλ δεν ξαναγίνεται Κωνσταντινούπολη· και το μονοτονικό είναι πια μια δεδομένη ρήξη στη γλωσσική συνέχεια του Ελληνισμού. Τα ιστορικά προβλήματα του παρόντος δεν είναι αυτά με τα οποία παραμυθιαζόμαστε και ακούμε συνεχώς αυτή την ατέλειωτη, φλύαρη προπαγάνδα των κομματικών συμφερόντων και της κομματικής ιδιοτέλειας. Τα πραγματικά ιστορικά προβλήματα του Ελληνισμού στο παρόν, νομίζω ότι είναι συνειδητά στους περισσότερους. Είναι το δημογραφικό, η αναπόφευκτη ιστορική εξαφάνιση αυτού του Γένους, μέσα από τη γήρανσή του. Είναι ο συγκεντρωτισμός, το γεγονός ότι ο μισός πληθυσμός του ελλαδικού κρατιδίου είναι συγκεντρωμένος στην πρωτεύουσα. Δεν μπορεί να επιβιώσει ένα κράτος, όταν ο μισός πληθυσμός είναι στην πρωτεύουσα. Η αγλωσσία, η απώλεια πια της εκφραστικής δυνατότητας των Ελλήνων, η συνέχιση δηλαδή του πιο στέρεου εδάφους που διασώζει την ιστορικότητα ενός λαού, της γλώσσας. Η αγλωσσία, από την εκπαιδευτική καταστροφή που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, είναι ένα δεδομένο εφιαλτικό. Γιορτάζουμε μια ιστορική επέτειο και πρέπει κατάματα να βλέπουμε, συγκεκριμένα, τις ιστορικές μας προοπτικές και την ιστορική μας απελπισία.

Ήταν η εκπομπή «Ασκήσεις κριτικής σκέψης», με τον Χρήστο Γιανναρά. Το θέμα σήμερα, 25 Μαρτίου, ήταν «Εθνεγερσία, σύγκρουση δύο οραμάτων».

πηγή: http://giannaras.wordpress.com

Σχόλια