Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη

Τελευταίο εμπόδιο για να μεταβληθούμε σε άβουλο πολτό η εθνική μας συνείδηση
Ζάτουνα, 08 Οκτωβρίου 2006
Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη
Τύχη αγαθή μου δίνεται η ευκαιρία να εκφωνήσω εγκώμιο για δυο αγίους της νεοελληνικής μας ιστορίας, εδώ στον ίδιο χώρο, στον Ναό της Παναγίας, όπου πριν 38 χρόνια μαθήτευα την Βυζαντινή μουσική με Δάσκαλο τον Ιερομόναχο Πατέρα Θεοδόση περιστοιχιζόμενος από χορό ψαλτών χωροφυλάκων σε κείνους τους χλωμούς καιρούς της εθνικής μας ντροπής.
Μιλώντας για την επανάσταση του ΄21 οφείλω να μνημονεύσω ότι ο τόπος αυτός, η Ζάτουνα, γέννησε έναν από τους ξεχωριστούς της ήρωες, τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν υπήρξε μόνο η κυρίαρχη προσωπικότητα της Επανάστασης του ΄21 αλλά και η προσωποποίηση της κυρίαρχης ιδεολογίας του νεότερου Ελληνισμού.
Στέκεται πάντα όρθιος σ’ αυτό το υψηλό βάθρο της ιστορίας στο οποίο τον οδήγησαν οι πράξεις του, πάντα ζωντανός και επίκαιρος, για να μας διδάσκει, να μας ελέγχει, να μας κρίνει και να μας καθοδηγεί.
Δύο υπήρξαν οι βασικές του ιδέες και τα ηθικά του κίνητρα: Πατρίδα και Ελευθερία. Και μία η κυρίαρχη κατεύθυνση και προτροπή: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Έτσι συνέδεε άρρηκτα την Πατρίδα-Ελλάδα με την Ελευθερία των ελεύθερων και ασυμβίβαστων Ελλήνων. Για τον Κολοκοτρώνη δεν υπάρχει Ελλάδα χωρίς Ελευθερία, όμως για να υπάρξουν αυτές οι δύο ταυτόσημες έννοιες, πρέπει να υπάρχουν ελεύθεροι Έλληνες που να μπορούν να παραμένουν απροσκύνητοι και όρθιοι απέναντι σε κάθε εμπόδιο και δοκιμασία. Όμως γι’ αυτό δεν παύει να μας καλεί και να μας νουθετεί με τη στεντόρεια φωνή του, που εξακολουθεί ως σήμερα να ανησυχεί μέσα από τους αιώνες: «Αγώνας», μιας και τίποτε δεν μας χαρίζεται και όλα πρέπει να κερδίζονται με προσπάθεια, με αγώνα και με θυσίες. «Θυσία», άλλη μια ιδέα καθαρά ελληνική, για να μη σκύψεις ποτέ το κεφάλι, ακόμα και μπροστά στο μαρτύριο και τον θάνατο. «Ελευθερία ή θάνατος» γράφει με ματωμένα γράμματα το λάβαρο του ΄21 που εξακολουθεί να ανεμίζει πάνω απ’ τα κεφάλια μας ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Για να δούμε λοιπόν σήμερα ποιοι είμαστε, πού είμαστε και κατά πού πηγαίνουμε, δεν έχουμε παρά να μετράμε τη ζωή μας με τα μέτρα τα κολοκοτρωναίικα, που είναι πάντα ζωντανά, πάντα παρόντα και πάντα επίκαιρα. Και τότε θα μπορούμε να δούμε κάθε στιγμή τον πραγματικό εαυτό μας. Για να χαρούμε ή για να κλάψουμε. Κι όταν δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, αυτό σημαίνει ότι ξεστρατίσαμε για καλά κι ότι απ’ το πραγματικό περιεχόμενο που πρέπει να έχουν οι έννοιες Ελλάδα και Έλληνες, μας έμειναν μόνο οι λέξεις.
Στο κάτω-κάτω το να θέλεις και να μπορείς να ζεις ελεύθερος, είναι ένας τρόπος ζωής που σε κάνει να χαίρεσαι και πιστεύω ότι αυτός ο τρόπος ταιριάζει στον άνθρωπο. Όπως ταιριάζει στον αετό να πετά και στο σκουλήκι να σέρνεται. Να όμως που για μας τους ανθρώπους ούτε εύκολο είναι ούτε αυτονόητο, μιας και ανάμεσά μας υπάρχουν οι βίαιοι, οι δυνάστες και οι εξουσιαστές που ζουν από το αίμα και τον πόνο των άλλων, των αδύνατων και των προσκυνημένων. Επομένως για να θέλεις και να μπορείς όπως είπα να ζεις ελεύθερος, πρέπει να ξέρεις και να θέλεις να ακολουθείς τα χνάρια εκείνων που με το παράδειγμά τους μας δείχνουν το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσουμε για να κερδίζουμε κάθε στιγμή τη Λευτεριά μας. Και μεις έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα, πολλούς ήρωες και πολλούς οδηγούς κι ανάμεσά τους σύμβολο τρανό και κορυφαίο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης που τη μνήμη του τιμάμε σήμερα εδώ σ’ αυτή τη σύναξη και σ’ όλη την Ελλάδα.
Σήμερα η κοινωνία μας περνάει κρίση. Κρίση ηθική και κρίση ταυτότητας. Ποιος μπορεί, αλήθεια, να πει με βεβαιότητα ποιοι είμαστε, πού βρισκόμαστε και πού πάμε; Είναι αλήθεια ότι κερδίσαμε πολλά και σημαντικά. Όμως σε σχέση με τον πυρήνα των ιδεωδών και των στόχων που ενέπνευσαν αρματωλούς του ΄21 απέχουμε παρασάγγας. Κι αυτό γιατί ευθύς μετά την επανάσταση κυριάρχησαν ξένα αντισώματα που ευθύς βρήκαν Έλληνες προσκυνημένους για να τα υπηρετήσουν. Όθωνας, Γλύξμπουργκ και Τρούμαν δεν είχαν παρά ένα στόχο: Να σκοτώσουν δυο φορές τον Κολοκοτρώνη: τη μια ζωντανό και την άλλη πεθαμένο. Έτσι από τότε, από το 1830 έως σήμερα, αντιπαλεύουν ο Κολοκοτρώνης και όσοι μπορούν και στέκονται όρθιοι τριγύρω του από τη μια και οι προσκυνημένοι γαντζωμένοι στις φούστες και τα παντελόνια των ξένων οι άλλοι. Αντιπαλεύει η Ελλάδα με την αντι-Ελλάδα χρόνο με χρόνο καθημερινά χωρίς ανάσα σε κάθε στάδιο της εθνικής μας ζωής και μέσα σε κάθε πτυχή του καθημερινού μας βίου.
Όμως τότε που η Ελλάδα πρόβαλε ελεύθερη μέσα από τα αίματα των γενναίων, έπρεπε παράλληλα να βρει την ψυχή της ψυχής της, όπως τη διατήρησε μέσα απ’ τους αιώνες η ελληνική γλώσσα και οι ιστορικές και πολιτιστικές μας παραδόσεις, που τότε είχαν ένα πρόσωπο: το δημοτικό μας τραγούδι με τον γνήσιο ελληνικό λόγο που με λέξεις μιας ασύλληπτης ομορφιάς προσπαθούσε να κλείσει μέσα του και να μας το παραδώσει έως σήμερα το δικό μας ήθος, το μοναδικό, το ελληνικό.
Κι ακόμα έπρεπε να βρεθεί ο μάστορας που όπως έκανε ο Κολοκοτρώνης εκφράζοντας με λόγια, με οράματα και με πράξεις το ιστορικό αίτημα της Ελευθερίας, έπρεπε κι αυτός να εκφράσει το επίσης ιστορικό αίτημα για την διατύπωση της πνευματικής διάστασης της νεογέννητης ελευθερίας. Κι αυτός ήταν ο Διονύσιος Σολωμός. Που αν και φραγκοθρεμμένος -τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε στα ιταλικά- έγινε όργανο ιστορίας που ως φαίνεται τον πρόσταξε να αναλάβει το τιτάνιο έργο να χαρίσει στους Έλληνες τη δική τους πνευματική φωνή εκφράζοντας με τον ελληνικό λόγο την ψυχική και πνευματική διάσταση του νεοέλληνα. Μιας και δεν μπορεί να υπάρξει σωστή και ολοκληρωμένη ελευθερία δίχως τον δικό της εθνικό Λόγο και πνευματική - καλλιτεχνική έκφραση.
Έτσι ο Θεός της Ελλάδας μας χάρισε από τα γεννοφάσκια μας ένα εκπληκτικό δίδυμο, τον Κολοκοτρώνη και τον Σολωμό, για να βάλουν γερά θεμέλια στο νεόκτιστο της σύγχρονης Ελλάδας. Ελευθερία ο ένας, ελεύθερη σκέψη ο άλλος. Κι αυτό το μπόλιασμα του δέντρου Ελλάδα ήταν δυνατό και από τότε τίποτα δεν μπόρεσε να το εμποδίσει να βγάλει ολοένα και νέα κλαδιά, νέα φύλλα, νέα άνθη και νέους καρπούς. Ούτε η φυλλοξήρα των ξένων ηγεμόνων ούτε τα σάλια των προσκυνημένων ούτε το τσεκούρι των ξένων κατακτητών.
Και όμως πάει καιρός τώρα που οι προσκυνημένοι χέρι-χέρι με τους ξένους γίνηκαν σκουλήκια που τρώνε την ψίχα του κορμού και πέφτουνε τα φύλλα και τα κλαδιά ξεραίνονται ένα-ένα. Και μεις φωνάζουμε στις ιερές σκιές για να μας σώσουν κι αυτές ρωτούν ποιοι είναι οι εχθροί; Πού είναι οι εχθροί; Και δεν υπάρχει στόμα για να τους αποκριθεί, ίσως γιατί όλοι αυτοί βρίσκονται ανάμεσά μας και δεν γνωρίζει πια κανείς ποιος είναι ποιος και τι πρέπει να γίνει για να σταματήσει το κακό.
Εν τω μεταξύ ο πολύς Φουτζιγιάμα -του τέλους της ιστορίας…- εκσφενδονίζει από την Ουάσιγκτον τις προφητείες-εντολές ότι τάχα η εθνότης, η εθνικότητα, το έθνος εμποδίζει την πρόοδο προς την παγκοσμιοποίηση. Δηλαδή επιδιώκει την μετατροπή των λαών σε πολτό, σε οδοντόκρεμα ή κρέμα ξυρίσματος για τα δόντια και τα γένια του Μεγάλου Αφέντη του σύγχρονου Μεγάλου μας Βεζύρη, ακριβώς όπως γινόταν μ’ εκείνον που αψήφησαν κάποτε οι Κολοκοτρώνηδες και τον νίκησαν. Για φανταστείτε, αλήθεια, τη διαφορά. Σε ποια επίπεδα βρίσκονταν τότε εκείνοι και σε ποια σήμερα εμείς. Δεν είναι λοιπόν ούτε οι ανέσεις ούτε τα αυτοκίνητα ούτε και ο υποτιθέμενος πολιτισμός για τον οποίο καυχώνται σήμερα οι άνθρωποι της Δύσης αλλά η ψυχή που βοηθάει τον άνθρωπο να σηκώνει κεφάλι και να παίρνει τη μοίρα του στα χέρια του. Κι αυτή η ψυχή είναι που μας λείπει σήμερα.
Σκέφτομαι απ’ τη μια μεριά την ψυχή που την παρομοιάζω με μια γούρνα δροσερό νερό, με μια πηγή σαν εκείνη την «Πηγή του Πουλιού» στις κορφές του Μαινάλου, απ’ όπου αναβλύζουν ασταμάτητα κρυστάλλινα νερά κι από την άλλη τον σημερινό εαυτό μας, τη σημερινή ελληνική κοινωνία καθώς παρακμάζει μέσα στην ξηρασία που προκαλούν η στειρότητα και τα αδιέξοδα και δέρνεται και υποφέρει από δίψα. Καταντήσαμε ηθικά, ψυχικά και πνευματικά ένας διψασμένος λαός που τυφλωμένος από μύρια όσα μικρόβια δεν βλέπει τη γούρνα με τα νερά που είναι δίπλα του και που μας κληρονόμησαν οι πρόγονοί μας, παλιότεροι και νεότεροι, ώστε να σκύψει και να πιει. «Να πιει να ξεδιψάσει», που λέει και το τραγούδι. Κι αντί γι’ αυτό κοιτάει άλλον, ζητάει απ’ αλλού τη λύση, στα εμφιαλωμένα με τα σιρόπια και τα αλκοόλ που μας πουλάνε ακριβά, όχι για να ξεδιψάσουμε αλλά για να σιροπιάσουμε και για να ζαλιστούμε και τελικά για να διψάσουμε ακόμα πιο πολύ.
Πώς θα αντισταθούμε στο Κακό; Συνηθισμένοι από θεωρίες, οργανώσεις και πρακτικές που όμως μας οδήγησαν εδώ που φτάσαμε, περιμένουμε ίσως τη σωτηρία από κάτι αντίστοιχο. Ας πούμε μια πρωτοβουλία, μια κίνηση, ένα κόμμα, για να βγούμε από το αδιέξοδο. Ξεχνάμε όμως ότι όλα αυτά είναι δοκιμασμένα και προ παντός τσεκαρισμένα με κόκκινη βούλα από το παγκοσμιοποιημένο ελληνικό κατεστημένο που τα έχει βάλει από καιρό στο τσεπάκι του. Όλοι και όλα είναι ελεγχόμενα και τα πιο πολλά ηθελημένα ή όχι όργανά του. Χίλια μάτια παρακολουθούν νυχθημερόν την κάθε μας σκέψη, την κάθε μας κίνηση. Χίλιες φωνές, η κάθε μια με τον δικό της τρόπο τρυπώνουν στα σπίτια μας για να παραμορφώσουν την σκέψη μας και να διαστρεβλώσουν τα αισθήματα και τη συνείδησή μας. Χίλιοι μισθοφόροι είναι έτοιμοι να παρέμβουν στην παραμικρή προσπάθεια που να αμφισβητεί τον νέο εξουσιαστή.
Στόχος όλων αυτών είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Διονύσιος Σολωμός που τους θέλουν αγάλματα ακίνητα και ακίνδυνα. Αυτοί ξέρουν. Γνωρίζουν καλά τι θα συμβεί αν δραπετεύσουν μέσα από τα μάρμαρα που τους έχουν φυλακισμένους και έρθουν να ζήσουν ανάμεσά μας. Μπορεί να γίνει όμως κάτι τέτοιο; Και πώς; Χιλιάδες εκείνοι, χιλιάδες όμως κι εμείς. Για να γίνουμε όμως δύναμη συλλογική και κάποτε ιστορική, θα πρέπει ένας-ένας να αναζητήσει μέσα του την πεμπτουσία της ανυπολόγιστης κληρονομιάς που μας άφησαν από το ΄21 έως σήμερα οι αμέτρητοι αγώνες των Ελλήνων για ελευθερία και ελεύθερη σκέψη.
Το γεγονός ότι σήμερα τιμούμε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη θεωρώντας ότι δεν πέθανε, ότι είναι πάντα ζωντανός, ζει ανάμεσά μας εξακολουθώντας να φωνάζει «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», μας προσφέρει μια πρώτη ακτίνα ελπίδας. Μας δείχνει κατ’ αρχήν από πού θα πρέπει να αρχίσουμε, γιατί αν ο βάρβαρος ξένος μας ματώνει το δέρμα μας, ο προσκυνημένος μολύνει το ίδιο μας το αίμα.
Από την πλευρά του πάλι ο Διονύσιος Σολωμός έχει αποδείξει ότι οι θησαυροί της πολιτιστικής μας παράδοσης είναι ανεξάντλητοι, φτάνει να θέλουμε και να ξέρουμε να τους ανακαλύψουμε και να τους κάνουμε δικούς μας δίνοντάς τους κάθε φορά σύγχρονη μορφή και περιεχόμενο. Χωρίς να χάνουμε την επαφή μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει, πρέπει να σκύβουμε βαθειά μέσα μας κλείνοντας τ’ αυτιά μας σε όσους μας κατηγορούν για τοπικισμό, εθνικισμό και άλλα παρόμοια. Είδαμε πιο πριν ότι το τελευταίο εμπόδιο για να μεταβληθούν οι λαοί σε έναν ανώνυμο και άβουλο πολτό καταναλωτών είναι η εθνική συνείδηση.
Λαός που χάνει την εθνική του συνείδηση, που χάνει τη γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, που χάνει τον πολιτισμό του, τελικά χάνει την ουσία της ύπαρξής του όπως έχει διαμορφωθεί μέσα από τους αιώνες σαν αποτέλεσμα μιας αδιάκοπης προσπάθειας σε όλους τους τομείς της ζωής και της σκέψης. Κι αυτό ακριβώς είναι που δίνει στον κάθε άνθρωπο, σε όποιο λαό κι αν ανήκει, την ουσιαστική χαρά της ζωής μέσα σε απόλυτη ψυχική ευδαιμονία και πνευματική εγρήγορση.
Εμείς οι νεοέλληνες πρέπει να νοιώθουμε τυχεροί γιατί πατάμε σε θεμέλια γερά και σε αγκωνάρια ανίκητα από το χρόνο κι ένα απ’ αυτά, το πιο τρανό, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Σχόλια