Σαπφώ και Ελύτης


Σαπφώ και Ελύτης

Του Στέλιου Ράμφου
(«Η Καθημερινή - 7 Ημέρες», 3 Οκτ. 1999)

Ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός κό¬σμος έφθαναν στην αισθητική χαρά από δρόμους που σήμερα έχουν χορταριάσει. Εννοώ τα μετρικά ή γλωσσικά στερεότυπα και τα σύμ¬βολα, μορφές μεσολαβητικές που αγνοούσαν την άμεση ψυχική επα¬φή του ανθρώπου με την πραγματι¬κότητα. Την αμεσότητα της εκφρά¬σεως και την θερμότητα των καλλι¬τεχνικών τρόπων αναζήτησε η Δύσις προς τα τέλη του Μεσαίωνος, υ¬πό την πίεσι της ατομικότητος, η ο¬ποία τότε μόλις άρχισε ν' αναπτύσ¬σεται και ν' αντιπαρατί¬θεται στην συνείδησι του ομαδικού βίου και στα ψυχρά μέσα του - χρώματα είτε σχήματα λόγου. Το υποκειμενι¬κό αίσθημα στηρίχθηκε στην δυναμική παρου¬σία των ρωμανικών λο¬γοτεχνιών και έτσι επι¬βλήθηκε.
Αυτά όλα, προϊόντος του χρόνου και του νε¬ωτέρου πολιτισμού, ξε¬χάσθηκαν. Επειδή ό¬μως τα έργα της Αρχαι¬ότητος έμειναν πρότυ¬πα αιώνια, η λήθη άφη¬σε πίσω της ένα αισθη¬τικό κενό που ταλαιπω¬ρεί την σχέσι μας με το κλασικό παρελθόν. Το κενό εμφανίζεται για τα γράμματά μας οδυ¬νηρά στις μεταφράσεις των αρχαίων λογοτε¬χνικών κειμένων, από τις οποίες κατά κανόνα λείπει η επίγνωσι των εκφραστικών πλασμάτων της ψυ¬χρότητος, για να πρυτανεύση η με¬ταφορά των πρωτοτύπων κατ' ευ¬θείαν στο βιωμένο αίσθημα. Διαφεύγει ότι στην αρχαία, όπως άλλω¬στε στην εκκλησιαστική και την δη¬μοτική μας ποίησι, προέχει η δύναμις των γεγονότων και όχι κάποια ψυχολογική τους μεταγραφή. Τού¬το εις βάρος κοιτασμάτων αισθήματος, που ενεργοποιούμενα θα πλού¬τιζαν την φράσι με την πλαγία θερ¬μότητα των όρων της ψυχρότητας.
Στην κρυστάλλινη επιφάνεια μιας γλώσσας, την οποία οι άνθρωποι ζούσαν ως στοιχείο της φύσεως, κυ¬ριαρχούσαν τα πράγματα και όχι τα συναισθήματα. Την συγκίνησι δεν προκαλούσε η εσωτερική πρόσληψι αλλά η υλική πίεσι των εικόνων και των λέξεων - η έκπληξι.

«Το μακραίωνο σώμα της ελληνικής»

Μεταξύ πλήθους δειγμάτων κρα¬τώ την μετάφρασι της Σαπφούς από τον Οδυσσέα Ελύτη. Αφ' ενός μεν ε¬πειδή ο ποιητής ήταν ικανώτατος χειριστής του νεοελληνικού λόγου και επομένως άνθρωπος με ωξυμμένη συνείδησι της γλώσσας• αφ' ετέρου διότι στο εγχείρημά του παρακι¬νήθηκε από την «λυρική συγγένεια» με την αρχαία ποιήτρια, χωρίς να δώση σημασία στις μεταξύ των κατα¬στατικές διαφορές. Ήθελε να δείξη πως η ταυτότης των λέξεων και των εννοιών στο μακραίωνο σώμα της ελληνικής προκαλεί «την ίδια αίσθη¬ση του φυσικού κόσμου, τη χαρακτη¬ριστική, που εξακολουθεί αναλλοίω¬τη από τα χρόνια εκείνα ίσαμε σήμε¬ρα να παρακολουθεί τα τέκνα της Αιολίδας». Θεωρούσε Σαπφώ και Αρχίλοχο τους πρώτους που ανατρέπουν την επική μονοκρατορία στην έκφρασι «φέρνουν τα αισθήματα και τα όνειρα στο πρώτο επίπεδο, τολ¬μούν να μιλήσουν για την ατομική τους ζωή, να πουν τον καημό τους, να τραγουδήσουν, να χορέψουν». Είναι οι πρώτοι που φέρνουν στην ποίησι την θέρμη του αμέσου -εξί¬σου δικού του- αισθήματος.
Πρέπει να πω ευθύς εξ αρχής ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Εις την αρχαία ποίησι ισχύουν, ως γνωστόν, ορισμένες αρχές, οι οποί¬ες αγνοούν τα υποκειμενικά αισθή¬ματα και αποτελούν σταθερά κριτή¬ρια για την πλάσι του έργου και την αισθητική του πρόσληψι. Εκτός αυ¬τών των αρχών την διαβάζουμε αναχρονιστικά και μεταγράφουμε απροϋπόθετα σε μέτρα δικά μας την ψυχι¬κή αποτύπωση του κόσμου της. Όχι πως κάτι τέτοιο είναι αθέμιτο, δεν είναι όμως αυθεντικά ποιητικό.
Στη δημιουργία δεν αρπαζόμαστε από πάνω μας• βρίσκουμε τον εαυτό μας, αφού προηγουμένως τον χά¬σουμε. Αρχή πρώτη: Το αίσθημα έρχεται απ' έξω και όχι από μέσα μας. Όταν και αυτός ο έρως είναι δώρο των θεών, το εκτός υπάρχει α¬πείρως κραταιότερο του εντός, ση¬μείο μιας εσωτερικότητας ακόμη ανανάπτυκτης. Εάν η εσωτερικότης των Αρχαίων δεν ήταν περιωρισμένη, το άρθρο και το υποκείμενο θα έδιναν πολύ πιο στιβαρό «παρών» στον λυρικό τους λόγο. Τα ίδια ισχύ¬ουν και για το έπος. Αρχή δεύτερη: Η ποιητική εικόνα δεν υποστηρίζει την ιδέα του στίχου αλλά υπηρετεί την υλική του έντασι. Γι' αυτό, αντί να αποδίδει αισθήματα δονεί τις αι¬σθήσεις. Αρχή τρίτη: Το αίσθημα πηγάζει από τους παλμούς της εντά¬σεως και όχι από το όποιο νόημα των λεγομένων. Τις τρεις τούτες αρχές πρέπει να έχει προ οφθαλμών ο μεταφραστής, εν συνειδήσει ότι α¬ποτελούν όρους αισθητικής ψυχρό¬τητος, που απαιτούν αντίστοιχα μέσα. Οφείλει να συνθέση οργανικά το ήθος της φυσικής αισθήσεως με τον ρυθμό της εσωτερικής θερμότητος, η οποία βάζει την σφραγίδα της στην ψυχή του σημερινού ανθρώ¬που. Είναι άκρως επισφαλές ν' ακολουθήση μόνο την φωνή της αμεσό¬τητος• θα υποταχθή στο εννοιολογι¬κό περιεχόμενο του στίχου και θα προσπαθή να συγκινήση αναπαρά¬γοντάς το καλολογικά.

Συγκρουόμενα αισθήματα

Ο Ελύτης δεν πέτυχε στη μετά¬φρασή του το καλύτερο δυνατό απο¬τέλεσμα. Εργάσθηκε χωρίς να υπολογίση τα στρώματα της ψυχρότητος στο έδαφος και το υπέδαφος της αρχαίας λυρικής.
Έτσι, δέχθηκε μεν την ενεργειακή ακτινοβολία τους, όμως η αισθαντικότητά του δεν την άντεχε και αντί να την εισπράξη για λογαριασμό του δημιουργικά, δούλεψε ασυνειδήτως στην «αντιγραφή» του, για να την αποβάλη ως ξένο σώμα. Δεν έχει ση¬μασία ότι έχασε μια μάχη• σημασία έ¬χει ότι δεν κατάλαβε ακριβώς τι εί¬δους μάχη έδωσε και έχασε. Ιδού με¬ρικά παραδείγματα, που θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω ανέτως (παρα¬πέμπω στη σελιδαρίθμησι της εκδό¬σεως του «Ικάρου»): ουκ οιδ' όττι θέω• δίχα μοι τα νοήματα (σελ. 20). Μεταφράζει: «τι θέλω μήτε ξέρω• δύο γνώμες είναι μέσα μου». Εδώ την θέσι του αντικειμενικού γεγονότος παίρνει μια ψυχολογική παραλ¬λαγή - η φράση ενός αναποφάσιστου τύπου αμλετικού, που απονευρώνει τον αρχαίο λόγο. Αντιθέτως στο πρωτότυπο μιλεί ένας άνθρωπος, τον οποίο έχουν παραλύσει τα συ¬γκρουόμενα αισθήματα ηδονής και λύπης που γεννά ταυτοχρόνως ο έ¬ρωτας. Δεν ξέρει τι κάνει, τι του συμβαίνει, μέσα στον έρωτά του νοιώθει σαν δύο άνθρωποι. Το έχει ξαναγρά¬ψει η Σαπφώ (σελ. 62 και 34): Έρος δηύτέ μ’ ο λυσιμέλης δόνει, γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον («Μου κό¬βει, πάλι, τα πόδια και με συγκλονίζει ο έρωτας, γλυκόπικρο, τέρας μοι¬ραίο»)• αλγεσίδωρος. Ακολουθούν τον έρωτα πάθος μαζί και πόνος, σαν δύο κόσμοι χωριστοί. Αυτό είναι που τρελλαίνει και που ο στίχος δηλοί: «δεν ξέρω τι έχω πάθει• νοιώθω στα δύο μέσα μου». (...) ήρος άγγελος ιμερόφωνος αήδων (σελ. 28). Ελύτης: «μαντατοφόρος άνοιξης ηδονικής φωνής αηδόνι». Το αηδόνι αναγγέλ¬λει με ηδονική φωνή ότι ανοίγουν ό¬λα σε όλα. Η Σαπφώ ρίχνει το βάρος εις την ηδονική έντασι της Ανοίξεως, που η φωνή του α-ηδον-ιού μετα¬βάλλει σε απτή πραγματικότητα. Το «έαρ» και ο «ίμερος» (πόθος) στηρί¬ζουν μουσικά τον στίχο με τη βελού¬δινη αδρότητα του ρω και αφήνουν το μέταλλο των ήχων να μας πλήξη ως εισαγωγή στην αναστάτωσι της Ανοίξεως. Το αποτέλεσμα της ψυ¬χρής υλικής συστάσεως του λόγου στο πρωτότυπο βρίσκεται στους α¬ντίποδες της κλιματισμένης θερμότητος που φέρνει στην μετάφρασι η δημοτική του «μαντατοφόρου». Βε¬βαίως ο ποιητής αξιοποιεί τον ηχητι¬κό συσχετισμό αηδονιού και ηδονισμού της Ανοίξεως, αλλά τον χρησι¬μοποιεί στο πνεύμα ενός αναπαραστατικού λόγου, οπότε το ποιητικό νόημα φθάνει σ' εμάς σχεδόν ξέπνοο δια της τεθλασμένης του πε¬ριεχομένου της παραστάσεως, ενώ χάρι στην υγρή συμπλοκή των συμ¬φώνων του ο αρχαίος στίχος μας τυ¬λίγει σαν ερωτική ανάσα: «εαρινός άγγελος, ιμερόλαλο αηδόνι».

Το ηχείο της μορφής

Ο μεταφραστής είναι απολύτως α¬παραίτητο να υπολογίζη κάθε φορά τον σφυγμό του αρχαίου στίχου. Εν προκειμένω δεν απευθύνεται στην φαντασία και το συναίσθημα για να συγκινήση. Οι λέξεις ενεργούν ως υ¬λικές δυνάμεις και ανοίγουν στην αίσθησι τον δρόμο της διανοίας. Ο ή¬χος τους καρφώνεται στην ψυχή. Η μορφή του στίχου είναι κατασκευή πολλαπλών επιφανειών, που προκα¬λούν αντήχησι και δίνουν στα λεγό¬μενα το σφρίγος της ζωής. Το ηχείο της μορφής λειτουργεί ως δονητής των λέξεων και άμα ως πυκνωτής. Γι' αυτό και χωρίς την μορφή ο λόγος χάνει σε ενέργεια. Το θαύμα στον αρχαίο στίχο συμβαίνει στο ισοκράτημα του αισθήματος, σε μία τάξι ασάλευτη, που σε λυτρώνει από την αγωνία να δώσης εσύ λύσι στα πάντα. Κάθε μετάφρασι η οποία παρα¬γνωρίζει αυτά τα στοιχεία είναι κατα¬δικασμένη να επενδύη λογοτεχνικώς τα γυμνωμένα πλέον νοήματα του πρωτοτύπου της.
Έρος δ' ετίναξέ μοι φρένας ως ά¬νεμος κατ' όρος δρύσιν εμπέτων (σελ. 34). Το αρχαίο αποδίδει ο Ελύ¬της ως εξής: «ο έρωτας μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομαχώντας». Εδώ η εκφραστική θερμότης κατα¬ντά πλαδαρός πληθωρισμός. Η συ¬γκίνηση βασίζεται στην καλολογική μεταγραφή του νοήματος, που φυσι¬κά εξατμίζεται κατά την διάθλασί του στην νεοελληνική αναπαράστασι. Στο αρχαίο κείμενο ο στίχος ορμά κατ' επάνω μας και μας κυριεύει σαν φυσικό φαινόμενο, αντί να υπαγορεύη παραπειστικά. Τον απολαμβάναμε αν κρατήσωμε στην πλα¬στική της έντασι την πα¬ραφορά του πάθους, για να μεταγγίσωμε την δι¬κή της δύναμι στην ει¬κόνα του ανέμου που κτυπά. Το ρίγος της υιο¬θετημένης αρχαίας φράσεως διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα τη με¬ταφορά και την κάνει μαζί της να σείεται: «ο έρωτας μου τίναξε τις φρένες σαν άνεμος που ρίχνεται μαινόμενος στους δρυς απ' τα βουνά».
Όταν ο λόγος δεν με¬ταφέρει απλώς έννοιες, και μία ή δύο λέξεις προκαλούν θύελλα. Ο αρχαίος ποιητής επιτυγ¬χάνει μέγιστο αποτέλε¬σμα με ελάχιστα μέσα. Θα έλεγα, στα συντρίμ¬μια διακρίνεται ζωηρό¬τερα το υλικό μέγεθος του ελληνικού λόγου. Έτσι τον εισέπραττε τουλάχιστον εκείνος ο άνθρωπος και έτσι τον έπλαθε, αφού η ποσότης των συλλαβών, η μακρότης και η βραχύτητά των αποτελούσε το νόημα. Πολλά από τα στοιχεία αυτά έχουν σή¬μερα ατροφήσει έως α¬φανισθεί, όμως δεν α¬ποκλείεται να δεχόμα¬στε τις λέξεις εξ ίσου με τις αισθήσεις και με τα αισθήματα. Αρκεί να εντοπίζωμε κάθε φορά τους διαύλους της αισθαντικότητος, να βρίσκωμε πώς εκλύεται η αισθητική συγκίνησι στο πρωτότυπο και πώς μπορεί να την δεξιωθή ποιη¬τικά η γλώσσα της μεταφράσεως. Από αυτούς ένας είναι η λακωνική έκφρασι.

Φως και χάρις

Και το τελευταίο: στάθι κάντα φίλος και ταν επ' όσσοισ' ομπέτασον χάριν (σελ. 120). Μεταγραφή Ελύτη: "λοιπόν στάσου αντικρύ μου αγαπημένε κι άφησε μες στα μάτια η χάρη σου όλη ν' απλωθεί». Κι εδώ το εν¬διαφέρον συγκεντρώνεται στο εν¬νοιολογικό περιεχόμενο. Η μετα¬φραστική εργασία γίνεται ερήμην της ποιητικής υφής και λειτουργίας ενός πρωτοτύπου, το οποίο κυριο¬λεκτικά καίει σαν πάγος. Αποτέλε¬σμα είναι αυτή η ψυχολογική ανα¬παράστασι, που σε γεμίζει αμφιβο¬λίες για την αξία της Σαπφούς και τα κριτήρια όσων την εξύμνησαν. Στον στίχο η Σαπφώ ζητεί από αγαπημένο φίλο να σταθεί αντωπός για να τον χαρούν τα μάτια της. Όμως, τούτο σημαίνει κάτι περισσότερο απ' ό,τι εμείς νομίζουμε. Το βλέμμα είναι για τον αρχαίο Έλληνα ριπή φωτός, ε¬νεργός θέα και όχι τρόπος να σχηματίζη στα μάτια του τα είδωλα των πραγμάτων. Χάρι, πάλι, ονομάζουν την φωτεινή διάθεσι ενός προσώ¬που ή πράγματος, τον τόπο όπου υ¬πάρχουν τα πάντα ως δωρεά. Εξ ου και η ευχαρίστηση που μας προκα¬λεί η θέα της ομορφιάς.
Η χάρις είναι ομορφιά επέκεινα της ομορφιάς, πέραν της αρμονίας των περιγραμμάτων• είναι η αίγλη ως προσφορά. Επομένως η πρόσληψι του φωτός της χάριτος από το φως του βλέμματος αποτελεί το λεπτό σημείο του στίχου, διότι με τη χάρι του κανείς αποκαλύπτεται και αντί να τον κοιτάξουμε μας ανοίγει τα μάτια. Ο στίχος ακούγεται κάπως έτσι: «στάσου, φίλε, απέναντι και ά¬φησε η χάρι σου τα μάτια μου ν’ α¬νοίξη».
Η λυρική μαγγανεία της Σαπφούς έγκειται στο αβρό υλικό που ελευ¬θερώνει από την σκληρή επιφάνεια των λέξεων ο κόσμος των παρομοι¬ώσεων. Τα φυσικά παραδείγματα ως ιδανικά μέτρα προκαλούν διαίσθησι των ορίων, που μαλακώνει και το πλέον τραχύ στοιχείο. Αυτή την μεταστοιχείωσι οφείλει ν' αποδώση για λογαριασμό της η μετάφρασι. Στερείται παντελώς ενδιαφέροντος το απλό γύρισμα της τυπολογίας του παλαιού εξωστρεφούς γλωσσικού ιδιώματος στην τυπολογία του σημε¬ρινού εσωστρεφούς.
Το ηδονικό σκίρτημα θα κερδηθή όταν ο αέρας του βαθύτερου νοή¬ματος περάση στην μετάφρασι και λειτουργήση με την σειρά του ως ι¬δεατή αναφορά ως προς το πρωτό¬τυπο, οπότε η αρχαϊκή αίσθησι θα χυθή από τα δικά της στερεότυπα στους θερμούς προπλασμούς των καιρών μας, για να ποντίση εκεί μεταμορφωτικά τους εκστατικούς, ψυχρούς τόνους των ρυθμών της.

Σχόλια