Ρατσισμός: Λεηλασία της Ανθρώπινης ΨυχήςΟμιλία


Ρατσισμός: Λεηλασία της Ανθρώπινης ΨυχήςΟμιλία του τότε Σεβ. Μητροπολίτου κ. Χριστοδούλου (νυν Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος) Το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας, ο ρατσισμός, σε πείσμα της πολιτιστικής μας προόδου, εξακολουθεί να επιβιώνει με τη μοναδικά τραγική και αδυσώπητη μορφή του, στιγματίζοντας την ανθρώπινη ιστορία και καθιστώντας αδικαίωτους τους αγώνες τόσων φιλελεύθερων λαών για την επικράτηση στη γη των ιδεωδών της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο κείμενο που ακολουθεί θα εστιάσω ιδιαίτερα το ενδιαφέρον σας στις θέσεις πού εκφράζει η Εκκλησία του Χριστού επί του θέματος και στους αγώνες που διεξάγει σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων και την αρμονική συμβίωση όλων των ανθρώπων κάτω από τον ήλιο. Την αφορμή για την παράθεση των σκέψεών μου αυτών μου την προσφέρουν τα λυπηρά, μα και ενδεικτικά των διαστάσεων του ζητήματος, γεγονότα στις χώρες, όπου τα ρατσιστικά καθεστώτα εξακολουθούν, παρά τις διεθνείς καταδίκες των, να εφαρμόζουν απαράδεκτα μέτρα φυλετισμού, πού έχουν μετατρέψει τις γωνιές αυτές της γης σε πυριτιδαποθήκες και προοιωνίζονται δυσάρεστες για τους λαούς εξελίξεις. Η συντήρηση μεθόδων ρατσιστικών, σε βάρος ανθρώπων, με κριτήριο το χρώμα της επιδερμίδας των ή τις πολιτικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές των πεποιθήσεις, συνιστούν ένα στίγμα της εποχής μας πού δημιουργεί οδύνη στις ψυχές μας για τη χρεοκοπία του πολιτισμού μας και την ανελέητη μαστίγωση του ανθρωπίνου προσώπου.
Και είναι φυσικό να εκπλήττεται κανείς δυσάρεστα για την κατάσταση αύτή, οταν είναι σχετικά νωπές οι τραγικές αναμνήσεις μας από τη ναζιστική φυλετική θηριωδία του β' Παγκοσμίου Πολέμου και από τα εκατομμύρια θυμάτων στον βωμό της ανεξήγητης θεωρίας της υπεροχής της αρίας φυλής, ενώ θα ανέμενε κανείς ναι έχουν διδαχθεί από τα παθήματα των τουλάχιστον οι άνθρωποι της γενιάς μας. Δεν φαίνεται όμως να συμβαίνει αυτό σε αρκετές περιπτώσεις, γι' αυτό και τα κρούσματα του ρατσισμού δημιουργούν όχι μόνο απέχθεια, αλλά και αντίδραση όλων εκείνων που στις εκδηλώσεις αυτές βλέπουν την αναβίωση ενός παγανιστικού πρωτογονισμού με θηριώδεις διαστάσεις και απάνθρωπες επιπτώσεις. Ιδιαίτερα οι άνθρωποι της Εκκλησίας και οι άνθρωποι του Δικαίου οφείλουμε να αγρυπνούμε επί των συνειδήσεών μας και να αγωνιζόμαστε με κάθε τρόπο για την κατασφάλιση των αμφιλεγόμενων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την καταπαγίωση της ειρήνης στις διανθρώπινες σχέσεις, πού, όπως είναι γνωστόν, διέπουν με τους κανόνες των τόσο το φυσικό, όσο και το θετικό δίκαιο, που είναι απαύγασμα και συμπλήρωμα εκείνου.
Κατά τον επίσημο ορισμό του, ρατσισμός είναι η θεωρία εκείνη ή η αντίληψη σύμφωνα με την οποία υπάρχει ένας αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στα κληρονομικά σωματικά χαρακτηριστικά και σε ορισμένα στοιχεία της προσωπικότητας, όπως η ευφυΐα ή η καλλιέργεια, καθώς και η συνυφασμένη πεποίθηση ότι ορισμένες φυλές παρουσιάζουν μία σύμφυτη ανωτερότητα από άλλες. Είναι όμως γνωστό, ότι οι θιασώτες της θεωρίας αυτής, πίσω από τη θεωρητική της κάλυψη, θέλησαν να κρύψουν κυρίως επιδιώξεις επικυριαρχίας κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής, γι' αυτό και προχώρησαν συνειδητά προς την κατεύθυνση της γενικεύσεως των κριτηρίων, πού ξεκινώντας αρχικά από φυλετικά στοιχεία, γρήγορα επεκτάθηκαν και σε ιδεολογικά, κοινωνικά, οικονομικά, θρησκευτικά και πολιτικά, με αποτέλεσμα να ζούμε σήμερα τη φρικτή εμπειρία της εκμεταλλεύσεως των αδυνάτων από τους δυνατούς, των πτωχών από τους πλουσίους σε πολλά σημεία της γης. Το παράδοξο είναι ότι βρέθηκαν και επιστήμονες, πού επεδίωξαν να καλύψουν "επιστημονικά" τις ανέρειστες θεωρίες για ανθρώπους β' ποιότητος και για πολίτες β' κατηγορίας, στα πρόσωπα των καταπιεσμένων μαύρων ή και λευκών, κίτρινων και ερυθροδέρμων, ώστε τελικά οι λεγόμενες φυλετικές διακρίσεις να συνθέτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα εκδηλώσεων, που με την ελαστικότητα των κριτηρίων που θέσπισε η κακουργούσα ανθρώπινη εφευρετικότητα, δυναστεύουν ουσιαστικά το ανθρώπινο πρόσωπο και πτωχαίνουν απελπιστικά τον αιώνα μας. Είναι δε γνωστόν ότι οι αντιλήψεις αυτές γρήγορα πέρασαν από τη φιλοσοφία στην πολιτική πράξη, πού με τη βοήθεια του θεωρητικού της υποβάθρου επεδίωξε να εξασφαλίσει με ευρύ νομοθετικό έργο, ιδιαίτερα στις περιοχές του ανελεύθερου εθνικοσοσιαλισμού, την πολιτική και κοινωνική επικυριαρχία της θεωρούμενης ανωτέρας φυλής επί της θεωρούμενης κατωτέρας. Από της σκοπιάς αυτής ο ρατσισμός δεν περιορίζεται πλέον σε καθαρώς φυλετικά στοιχεία, αλλά επεκτείνεται, όπως είπαμε, και σε άλλες κατηγορίες διαφοροποιήσεων. Έτσι τόσο ο σιωνισμός όσο και ο αντισημιτισμός θεωρούνται σήμερα μορφές του ρατσισμού πού ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα.
Η χριστιανική Εκκλησία υπήρξε η πρώτη στον κόσμο, που με γραπτά κείμενα καταδίκασε κάθε μορφή ρατσισμού και δίδαξε τους ανθρώπους να ζουν ελεύθερα και ισότιμα με αγάπη. Βεβαίως και κατά την προχριστιανική εποχή αναφαίνονται εκδηλώσεις σποραδικές τιμής προς τον άνθρωπο και την ενότητα του ανθρωπίνου γένους. Αλλά δεν πρέπει να λησμονείται, ότι και μόνον η ύπαρξη του θεσμού της δουλείας, με φιλοσοφική κάλυψη και θεωρητική του φυσικού δικαίου επίκληση κατά την περίοδο αυτή είναι ικανή να χαρακτηρίσει την ποιότητα του αρχαίου κόσμου, πού παρ' όλες τις μεμονωμένες εξάρσεις μερικών χαρισματικών μορφών του δεν κατόρθωσε να αρθεί υπεράνω των μικροτήτων του και να αγκαλιάσει τον σύνολον άνθρωπο, τιμώντας τον σαν εικόνα του Θεού επί της γης. Την διδασκαλία αυτή για πρώτη φορά συναντούμε στην Παλαιά Διαθήκη, και αργότερα στην Καινή Διαθήκη, όπου ο Απόστολος Παύλος, με καθολικότητα λόγου, αποφαίνεται περί της πανανθρώπινης αληθείας της ενιαίας καταγωγής των ανθρώπων. Θεμελιώνοντας την περί ενιαίου ανθρωπίνου γένους θεωρία του ο Απ. Παύλος διακήρυξε προς τους Αθηναίους από του βήματος του Αρείου Πάγου, ότι ο Δημιουργός Θεός "εποίησε τε εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης" (Πράξ. ιζ' 26) . Επομένως οι άνθρωποι είναι "εξ ενός αίματος" έχουν δηλ. κοινή καταγωγή, και κοινό πατέρα τον Θεό. Διαφορές καταγωγής, φυλής ή χρώματος δεν υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων. Όλοι ανεξαιρέτως είναι κοινωνοί της παγκοσμίου πολιτείας του θείου Λόγου, οι δε οροθεσίες των εθνών δεν θίγουν την πανανθρώπινη αυτή ενότητα, εφ' όσον όλοι ανήκομε στο ενιαίο και μοναδικό ανθρώπινο γένος. Παράλληλα ο ίδιος Απόστολος διακήρυξε προς τους Γαλάτας, ότι "πάντες υιοί Θεού εστε δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού" και "ουκ ένι Ιουδαίος ούδέ Έλλην, ούκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού" (Γαλ. γ' 26,28). Και προς τους Κολασσαείς ο ίδιος έγραφε: "Ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός" (Κολ. γ' 11 ) . Οι διακηρύξεις αυτές γενόμενες σε εποχή όπου ήκμαζε η δουλεία και όπου οι διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων αποτελούσαν κοινό τόπο, συνιστούσαν επαναστατική πράξη και οριοθετούσαν τη νέα πορεία της ανθρωπότητας προς την εν Χριστώ τελειότητα, προς την αγάπη, την ισότητα και την αδελφοσύνη. Με τις διακηρύξεις αυτές απερρίπτετο ο δαιμονιώδης εγωκεντρισμός, ο υπερφίαλος σωβινισμός και ο επάρατος φυλετισμός και στη θέση των ετοποθετείτο επί νέας βάσεως η εν αγάπη αμοιβαία σχέση αλληλοσεβασμού και αλληλοεκτιμήσεως του ενός ανθρώπου προς τον άλλον.
Η χριστιανική Εκκλησία εφήρμοσε ήδη από τον α' αιώνα για τα μέλη της τις αρχές αυτές, καταργήσασα ουσιαστικώς και τήν δουλεία και τοποθετήσασα επί του αυτού επιπέδου τους χριστιανούς, δούλους και ελεύθερους, πλουσίους και πτωχούς. Αυτό υπήρξε κατόρθωμα της αγάπης πού ενέπνευσε η νέα πίστη στους νέους προσήλυτους. Αλλά οι πολλοί έμειναν μακριά από το ανανεωτικό αυτό πνεύμα, και η ανθρωπότητα ταλαιπωρήθηκε και ταλαιπωρείται επί αιώνας από τους δήθεν "χριστιανούς" που εν ονόματι του Χριστού ανεδείχθησαν σε αποικιοκράτες και εκμεταλλευτές του ανθρώπου και με τις καταχρήσεις των στον τομέα αυτό στιγμάτισαν και στιγματίζουν όλη την ανθρώπινη ιστορία. Και είναι να εκπλήσσεται πράγματι σήμερα κανείς πληροφορούμενος, ότι τέτοιου είδους "χριστιανοί" εξακολουθούν να φέρονται ρατσιστικά στην Αμερική, στην Αφρική και στην Ασία καταπιέζοντας τις εθνικές μειονότητες και, με την ανοχή των πολλών, εφαρμόζοντας σχέδια κοινωνικής απομονώσεως σε βάρος των, πράγμα πού έχει συναγείρει όλους τους καλής θελήσεως ανθρώπους σε μια αληθινή πανστρατιά για την καταπολέμηση των εκδηλώσεων αυτών τουλάχιστον στον αιώνα μας. Και είναι αξιοσημείωτο ότι οι χριστιανικές Εκκλησίες με τα συλλογικά των όργανα άλλα και παγκόσμιοι οργανισμοί βρίσκονται σήμερα στην πρωτοπορία για την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, με γνώμονα αυτήν ακριβώς την χριστιανική αντίληψη για το απαραβίαστο του ανθρωπίνου προσώπου και για την ανεκτίμητη και ανεπανάληπτη άξια του, πού τόσο οι έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, όσο και η θεολογία της Ανατολής και της Δύσεως έχουν καθοριστικά περιχαρακώσει.
Σήμερα τον αντιρατσιστικό αγώνα έχουν αναλάβει, κατά κύριο λόγο, οι χριστιανικές Εκκλησίες με τη συμπαράσταση των συλλογικών οργάνων και με διακηρύξεις και τοποθετήσεις που τονίζουν την ανάγκη να επανεύρουν οι άνθρωποι την χαμένη τους αξιοπρέπεια τιμώντας στο πρόσωπο των "ελαχίστων" τον ίδιο τον Σωτήρα. Ας μη λησμονούμε ότι το Π.Σ.Ε. η σύγχρονη αυτή ομοσπονδία των χριστιανικών Εκκλησιών έχει κατ' επανάληψιν ασχοληθεί με τον ρατσισμό και με ρητές διακοινώσεις έχει καλέσει τις συγκεκριμένες κυβερνήσεις που εκτρέπονται ή ανέχονται ή ενέχονται σε ρατσιστικές εκδηλώσεις να εγκαταλείψουν την τακτική αυτή, πού προδίδει την ανθρώπινη αξία. Τις φυλετικές διακρίσεις έχει επιλέξει και σαν θέμα συζητήσεως και λήψεως αποφάσεων και η Ορθόδοξος Εκκλησία για την μέλλουσα να συνέλθει Μεγάλη Πανορθόδοξο Σύνοδο. Μεταξύ των άλλων έχει τεθεί ως θέμα και "η συμβολή των κατά τόπους ορθοδόξων Εκκλησιών εις επικράτηση των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης, της αγάπης μεταξύ των λαών και άρση των φυλετικών διακρίσεων". Η ευαισθητοποίηση αυτή των ορθοδόξων ιδιαίτερα Εκκλησιών στον τομέα αυτόν οφείλεται στην συνείδηση των Εκκλησιών αυτών περί της αξίας του υποστηριζόμενου αγαθού. Και είναι μεν αληθές, ότι ο αγώνας εναντίον των φυλετικών διακρίσεων και υπέρ της ισότητας και ελευθέριας και αδελφοσύνης μεταξύ των λαών, κινείται σε ανάλογα με τις ιδεολογικές κατευθύνσεις των κυβερνήσεων των λαών αυτών παραμέτρους, όμως οι ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν αφετηρία των αγώνων των την σαφή διδασκαλία των περί του απαραβίαστου του ανθρωπίνου προσώπου ως εικόνος του Θεού.
Βεβαίως δεν διαφεύγουν της προσοχής της Εκκλησίας μερικά σημεία πού πρέπει να μη αγνοηθούν, όπως π.χ. ότι οι όροι ελευθερία, φυλετικές διακρίσεις, ειρήνη κ.λπ. χρησιμοποιούνται ή ερμηνεύονται σήμερα διαφοροτρόπως. Για πολλές φυλετικές ή άλλες μειονότητες ελευθέρια και αδελφοσύνη σημαίνουν προπαγανδιστικά συνθήματα της κρατούσης τάξεως, προς συνέχιση της καταπιέσεως των μειονοτήτων. Ούτε ότι μερικές ορθόδοξες Εκκλησίες διαβιούν υπό καθεστώτα πού εφαρμόζουν μία εξωτερική πολιτική αντι-ειρηνευτική και αντι-ανθρωπιστική, και που τα καθεστώτα αυτά αξιώνουν από τις εθνικές των Εκκλησίες να υποστηρίξουν την πολιτική των αυτή. Όλες αυτές είναι δυσκολίες και εμπόδια πού όμως δεν αναχαιτίζουν τελικά την ορμή των Εκκλησιών προς επίτευξη του τελικού των στόχου. Και επειδή, όπως είναι γνωστόν, οι Εκκλησίες δεν είναι κράτη και δεν διαθέτουν ισχύ αμέσων και δραστικών μέτρων προς επιβολή των αρχών των και προς πολιτικές επεμβάσεις στον διεθνή χώρο, περιορίζονται σε μια ειδική καλλιέργεια ευαισθητοποιήσεως των ανθρωπίνων περιβαλλόντων εντός των οποίων κινείται και εργάζεται η καθεμία εξ αυτών. Η συμβολή εξ αλλού της Εκκλησίας προς προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκκινεί και από μία αποσαφήνιση των όρων, που χρησιμοποιούνται κάθε φορά. Επίσης ενώ τάσσεται υπέρ της άρσεως των φυλετικών διακρίσεων, δεν συμφωνεί με την δια παντός μέσου πραγμάτωση της, διότι δεν πιστεύει ότι η χρησιμοποίηση του κακού καθιερώνει το καλόν.
Εκ της φύσεως εξ άλλου της Εκκλησίας απορρέει και η όχι μεγάλη οπωσδήποτε ποικιλία μέσων και ενεργειών που αυτή δύναται να χρησιμοποιεί προς επιτυχία των σκοπών της. Μπορεί όμως η Εκκλησία να μη δύναται να συναγωνισθεί τον ΟΗΕ ή την UNESCO επί πεδίου διεθνούς πολιτικής, δύναται όμως να καλλιεργήσει καταλλήλως το εκκλησιαστικό πλήρωμα και γενικότερα τον λαό, ώστε αυτός να ενστερνισθεί τις πανανθρώπινες αρχές της. Δύναται επίσης να τίθεται επί κεφαλής ιδιωτικών και άλλων εκδηλώσεων, οργανισμών και κινημάτων, εμπνέουσα με τους εκκλησιαστικούς ανθρώπους της τα πλήθη, όπως αυτό συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις καταπατήσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή και των φυλετικών διακρίσεων. Και είναι σήμερα αρκετά γνωστά ονόματα ως του Μαρτιν Λούθερ Κινγκ, του επισκόπου Τούτου κ.ά. πού έχουν γίνει παγκόσμια σύμβολα του αγώνος εναντίον του φυλετισμού και των παραφυάδων του. Αλλά και διάφοροι μη κυβερνητικοί οργανισμοί πού υπάρχουν σε διάφορες χώρες για την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων, έχουν άμεση σχέση, συνεργασία, εν πολλοίς δε και εξάρτηση από τις τοπικές των Εκκλησίες, πού συντονίζουν το σημαντικό έργο των, όπως στη Γαλλία π.χ. το MRAP (Mouvement contre le Racisme et pour l' Αmitie entre les Peuples) που ιδρύθηκε το 1949, ή η LICRA, πού είναι εξωκομματικός οργανισμός με 30.000 μέλη και με ιδιαίτερη έμφαση στη δικαστηριακή υποστήριξη των θυμάτων του ρατσισμού. Το ίδιο συμβαίνει και στην Αμερική και σε αλλά μέρη, όπου η παρουσία της Εκκλησίας στο προσκήνιο του αγώνος αυτού είναι διακριτική αλλά και δυναμική.
Οι πανανθρώπινες αρχές του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας βρήκαν, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο, την έκφρασή τους σε νομικά κείμενα διεθνούς και εθνικού επιπέδου, όπως είναι οι Διακηρύξεις των Ηνωμένων Εθνών και τα Συντάγματα των πολιτισμένων κρατών. Τα κείμενα αυτά εγγυώνται την ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια, αλλ' όπως αποδεικνύουν τα πράγματα δεν είναι σε θέση να προλάβουν καταχρήσεις στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πού παρά τις διακηρύξεις παραβιάζονται σήμερα σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι φυλετικές διακρίσεις, ιδιαίτερα σε ορισμένα σημεία του κόσμου, έχουν προσλάβει τον χαρακτήρα επιδημίας, πού μαστίζει δυστυχώς και τη νεολαία, όπως συμβαίνει στο Ισραήλ, όπου σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία έρευνας το 45 % των νέων αυτής της χώρας τάσσεται αναφανδόν υπέρ της λήψεως μέτρων διωγμού της αραβικής μειονότητας και απωθήσεως της στο περιθώριο. Όλα αυτά είναι ενδεικτικά του πόσον ανίσχυροι είναι σήμερα οι νόμοι και περισσότερο εκείνοι που τους εφαρμόζουν, προκειμένου να προστατεύσουν αποτελεσματικά τις μειονότητες από διώξεις και μεροληπτική συμπεριφορά των κρατών που τις φιλοξενεί. Γιατί το ζήτημα αυτό έχει περάσει στην πολιτική πράξη, πού αδυσώπητα εξυπηρετεί άνομα συμφέροντα και ύποπτους στόχους.
Στην Ελλάδα, χώρα με μακρά δημοκρατική και ορθόδοξη παράδοση δεν είχαμε ποτέ επιβίωση του ρατσισμού. Αντίθετα ο λαός μας σε δύσκολες ώρες έδειξε παραδειγματική αλληλεγγύη προς αλλοφύλους και αλλόπιστους Έλληνες πολίτες, χωρίς διάκριση χρώματος, ιδεολογίας, φυλής ή θρησκείας. Και είναι προς τιμήν του λαού μας, ότι έχει από αιώνων διδαχθεί το ελληνορθόδοξο ιδεώδες πού τιμά τον άνθρωπο οποιοσδήποτε και αν είναι και ξεχύνει τα μύρα της ψυχής του σε εκδηλώσεις αγάπης προς όλους αδιακρίτως. Παρά ταύτα στο Σύνταγμά μας αν και δεν γίνεται ειδική πρόβλεψη απαγορεύσεως των φυλετικών διακρίσεων, υπάρχουν ωστόσο γενικής φύσεως προβλέψεις γιά τον σεβασμο και την προστασία της αξίας του ανθρώπου (αρθρ. 2 παρ. 1 ), για την ισότητα όλων των ελλήνων απέναντι του νόμου (άρθρον 4) για το δικαίωμα όλων να αναπτύσσουν ελευθέρως την προσωπικότητα των και να συμμετέχουν στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας (άρθρον 5) και κυρίως για το δικαίωμα όλων να απολαύουν απολύτου προστασίας της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας των αδιακρίτως εθνικότητος, φυλής, γλώσσης και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων (άρθρον 5 παρ. 2). Με τις ρητές αυτές διατάξεις προστατεύονται αμέσως και εμμέσως τα αγαθά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και καταδικάζεται ο εθνοφυλετισμός, τον οποίον άλλωστε η Ορθόδοξος Ελληνική Εκκλησία είχε ήδη από του l9ου αιώνος επισήμως καταδικάσει ως επικίνδυνη αίρεση. Είναι επομένως ευτύχημα γιά το έθνος μας το ότι η Εκκλησία του και η νομοθεσία του στέκονται επί σκοπό, προστατευτικώς υπέρ των δικαιωμάτων ισότητας, ελευθερίας και απολαύσεως κάθε ανθρωπίνου δικαιώματος εκ μέρους παντός πολίτου. Αρκεί η παράδοση αυτή να συνεχίζεται, η παιδεία να την καλλιεργεί, οι φύλακες του νόμου να την υπερασπίζονται, η Εκκλησία να την συντηρεί και ο λαός μας να την ασπάζεται και σέβεται.
Παράλληλα, ωστόσο, με τις ως άνω συνταγματικά προβλέψεις, εξεδόθη και ο ν. 1419/84 αρ. 24 ο οποίος προβλέπει την αυστηρή τιμωρία όποιου δημόσια, γραπτά ή προφορικά ή με οποιοδήποτε μέσο προτρέπει σε μίσος ή σε πράξεις βίας ή κυκλοφορεί ιδέες προσβλητικές εναντίον ατόμων ή ομάδων επικαλούμενος λόγους φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των. Έως εδώ η διάταξη είναι και λογική και ευπρόσδεκτη. Οι Έλληνες ιδιαίτερα είμαστε ευαίσθητοι στον τομέα αυτό και δεν συγχωρούμε, ούτε στον εαυτό μας, ούτε σε κανένα άλλον φυλετικές διακρίσεις, πού τις καταδικάζουμε απερίφραστα. Γι' αυτό άλλωστε και δεν ευδοκίμησε ποτέ μέχρι τώρα στην πατρίδα μας ο ρατσισμός. Το ελληνορθόδοξο ήθος μας επιβάλλει να βλέπουμε σαν εικόνα του Θεού κάθε συνάνθρωπο μας, να τον αγαπούμε και να τον σεβόμαστε. Αλλά η ποινική κύρωση, σύμφωνα με το παραπάνω νόμο, επεκτείνεται και σε βάρος εκείνων που εκ λόγων διαφοράς θρησκεύματος μπορεί να θεωρηθεί ότι προτρέπουν σε μίσος ή διαδίδουν ιδέες προσβλητικές γιά τους αντιπάλους των. Η πρόβλεψη αυτή που εξομοιώνει τις αντιθέσεις γιά λόγους θρησκευτικούς με τις ρατσιστικές διακρίσεις είναι πρωτότυπη γιά το δίκαιο μας και πλήττει ευθέως την ελεύθερη έκφραση γνώμης για τη δράση των αιρετικών στη χώρα μας, στραγγαλίζει το δικαίωμα λαϊκών κινητοποιήσεων για την απόκρουση της προσηλυτιστικής προπαγάνδας των, περιορίζει αφόρητα τον ορίζοντα αντιπαράθεσης μαζί των, θέτει σε κίνδυνο την υπεράσπιση της πίστεως από τους ελεεινούς τερμίτες που την επιβουλεύονται, αφήνει ουσιαστικά ελεύθερο το πεδίο δράσεως στους Ιεχωβίτες και τους άλλους ποικιλώνυμους εισβολείς, δένει τα χέρια των ορθοδόξων, πού κινδυνεύουν, οταν θα υψώνουν φωνή αγανάκτησης και διαμαρτυρίας, να χαρακτηρίζονται ... ρατσιστές και, τελικά, με το πρόσχημα εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας μας, χαλκεύει δεσμά αισχρά και απαίσια σε βάρος της αντιαιρετικής δραστηριότητος. Φοβούμαι, ότι η ευρύτητα πού χαρακτηρίζει τις δυνατές, ένεκα θρησκευτικών λόγων, οξύτητες που είναι πιθανόν να προκύψουν, ενδεχομένως θα περιλάβει και εκδηλώσεις της Εκκλησίας και των πιστών της που αποβλέπουν στην προστασία της Ορθοδοξίας από αιρετικούς και ξένους πράκτορες πού δρουν σχεδόν ασύδοτοι στην πατρίδα μας, και θα αδικήσει μια εκλεκτή μερίδα ανθρώπων που μάχονται για τα ιερά των, χαρακτηρίζοντας τους ρατσιστές. Από της απόψεως αυτής η διάταξη αυτή είναι τουλάχιστον άκαιρος και προκλητική, προσβλητική δε για τους αγωνιστές της πίστεώς των. Και θα είναι ευχής έργον συντόμως να τροποποιηθεί γιά το καλό της πατρίδος μας.
Σήμερα ο ρατσισμός προβάλλει και πάλιν απειλητικά στο προσκήνιο της ιστορίας, διαψεύδοντας σαρκαστικά τις διαπιστώσεις μας για την πολιτιστική μας πρόοδο. Δεν έχει σημασία το ότι όχι στην Ελλάδα, αλλά σε άλλα μέρη της γης εμφανίζεται το φαινόμενο του. Όλος ο κόσμος έχει ενότητα και το γένος μας καθολικότητα. Δεν είναι μόνο στίγμα γιά την εποχή μας ο ρατσισμός, είναι λεηλασία του ανθρώπινου προσώπου, είναι αναίρεση βασικών αρχών της χριστιανικής διδασκαλίας και της πανανθρώπινης συνειδήσεως. Πολλοί με την αδιαφορία τους ενισχύουν ουσιαστικά τους ρατσιστές. Και άλλοι με τη διστακτικότητα τους γίνονται συνένοχοί των. Υπάρχει ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε όλοι τον κίνδυνο πού μας απειλεί και να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας, μέσα από συλλογικά όργανα, για την καταπολέμηση των φυλετικών πάσης μορφής διακρίσεων. Σε τελευταία ανάλυση τέτοιες διακρίσεις υποτιμούν την ποιότητα της ζωής μας και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να ξαναζήσουμε τραγικές εμπειρίες του παρελθόντος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι χριστιανικές Εκκλησίες κάνουν πολλά στον τομέα αυτό. Αλλά χρειάζεται να γίνουν και άλλα. Κυρίως στην Αμερική, στην Ασία και στην Αφρική, όπου οι προκαταλήψεις εναντίον των μαύρων δεν έχουν εκλείψει, ούτε ανάμεσα από τους χριστιανούς. Στα άλλα δε μέρη της γης, όπου εμφανίζονται διακρίσεις με βάση όχι το χρώμα ή τη φυλή, αλλά την κοινωνική θέση, τη μόρφωση ή την οικονομική κατάσταση, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι καμία τέτοια διάκριση δεν μπορεί να δικαιωθεί κάτω από την πνοή της αγάπης και της εν Χριστώ αλληλεγγύης. Οι άνθρωποι ανέκαθεν ήσαν τα υποκείμενα και τα αντικείμενα των ιδεολογιών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Χρειάζεται άραγε να τονισθεί πώς η εξακολουθητική πιστότητα σ' αύτή την αρχή εγκυμονεί πελώριους κινδύνους, πού μόνο μια αποδέσμευση των ανθρώπων από τα σχήματα αυτά μπορεί να αποτρέψει; Όλων των ανθρώπων καλής θελήσεως καθήκον είναι να καταστήσομε με κάθε μέσο σαφές, ότι το απαραβίαστο του ανθρωπίνου προσώπου είναι αρχή πανανθρώπινη, πού δεν έχει μεν ακόμη παντού καταξιωθεί, μα που πρέπει να εφαρμοσθεί αδιακρίτως και προς πάσα κατεύθυνση. Αυτό επιβάλλει ο χριστιανικός μας πολιτισμός και η ανάγκη για ειρηνική συμβίωση μας κάτω από τον ήλιο.

Σχόλια