17η Νοέμβρη: Και πάλι στη σφενδόνη

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου, η 17η Νοεμβρίου του 1973, όπως επισήμως εορτάζεται είναι η πιο ανώδυνη.
Το γεγονός ότι επρόκειτο για μια εξέγερση που κράδαινε σημαίες ελληνικές, αγωνιζόμενη
για την απελευθέρωση από τους στρατοκράτες και τα δεσμά της εξάρτησης, παραμένει στο περιθώριο. Πρόκειται για εκείνη τη διάσταση των γεγονότων η οποία σήμερα καθίσταται ασύμβατη στα πλαίσια του καθεστωτικού εορτασμού, γιατί οι παγκοσμιοποιημένοι ολιγάρχες του τόπου έχουν στρατηγική τους τον εθνομηδενισμό. Στο περιθώριο, επίσης, παραμένει και μιαν άλλη της διάσταση. Η χούντα πρώτη εισήγαγε τον καταναλωτικό ατομικισμό στην ελληνική κοινωνία. Ο καταμερισμός ήταν σαφής: Τα τανκ και οι χαφιέδες στις πλατείες, ο λαός στα σούπερ-μάρκετ. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου βρισκόταν στον αντίποδα. Δεν ήταν μόνο μια εξέγερση εναντίον του φόβου που προκαλούσε «ο χαφιές που μας ακολουθεί», μια κραυγή ελευθερίας στην καρδιά της πρωτεύουσας. Ήταν και μια άρνηση αυτού του συμπληρωματικού ως προς την τρομοκρατία ατομικισμού. Ο κόσμος της χούντας, τα «είδη εξηλεκτρισμού», τα πλυντήρια, οι τηλεοράσεις και τα σήριαλ από τη μια, και το ελεύθερο Πολυτεχνείο, μια αντιστασιακή και προπάντων συλλογική εκδοχή του «εμείς» απ’ την άλλη.
Είκοσι χρόνια αργότερα, ό,τι δεν κατάφεραν τα τανκς επετεύχθη μέσω του δανεισμού των «banks»! Ό,τι εισήγαγε η χούντα έχει εξελιχθεί, στην ύστερη μεταπολίτευση, σ’ έναν απολύτως κυρίαρχο τρόπο ζωής. Πολιτικός και ιδεολογικός φορέας, μάλιστα, αυτής της μεταστροφής υπήρξε εκείνη η δύναμη που σηματοδότησε την καθεστωτική εκτροπή της “γενιάς του Πολυτεχνείου”: η εκσυγχρονιστική Αριστερά. Αμείλικτη η διαλεκτική της Ιστορίας και σισύφειο το έργο των εξεγέρσεων! Σήμερα πρέπει να βαδίσουμε και πάλι τον δρόμο προς την ελευθερία. Γι’ αυτό και θα περπατήσουμε σιωπηλοί στην πορεία, έχοντας στον νου μας τα λόγια του ποιητή: ‘Οταν ακούω σάλπιγγες και θούρια Λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους Όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία Για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη [ ] Εγώ πάντα σωπαίνω. Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη. Κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες Κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή Θ’ ανοίξω το στόμα μου. Θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες Στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια Οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους Ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία. (Μ. Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων)
Ρήξη

Σχόλια